ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

                                           Ο ΠΑΠΟΥΤΣΟΜΕΝΟΣ

                                                      ΓΑΤΟΣ

Μια διασκευή του παραμυθιού του Charles Perrault .

ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. Το παρόν κείμενο είναι ,ουσιαστικά, μια πρόταση  για ανέβασμα από ερασιτέχνες και επαγγελματίες. Υπάρχει αρκετό μουσικό υλικό, (τραγούδια και χοροί), το οποίο ευχαρίστως θα διαθέσω σε όσους ενδιαφέρονται να το ανεβάσουν.

 

Αλλά πριν το κατεβάσετε, παρακαλώ πολύ επικοινωνήστε μαζί μου!

ΤΑ ΠΡΟΣΟΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:

  1. Πιερό- ο τρίτος και αδικημένος αδερφός. Κληρονομεί τον γάτο.  Αισθηματίας, καλόβουλης, αφελής.
  2. Γάτος- πραγματιστής, παρτάκια, κινείται ανάμεσα σε δυο υποστάσεις- του γάτου και του ανθρώπου- όπως βολεύει. Γενικά καλός. Προσπαθεί για τον Πιερό.
  3. Πριγκίπισσα Αννα – Στην αρχή- τυπική Πριγκίπισσα του παραμυθιού-  κακομαθημένη, δύστροπη εγωιστική. Στην πορεία αλλάζει, στην προσπάθεια να βρει τον Πιερό, που τον έχει ερωτευτεί κεραυνοβόλα.
  4. Βασιλιάς  Ο Τάδε 3ος- Καλός άνθρωπος Κουρασμένος από το να είναι Βασιλιάς Προσπαθεί να είναι δίκαιος όσο μπορεί. Αγαπά την κόρη του.
  5. Μπάτλερ- ο πιο στενός υπηρέτης του Βασιλιά Μεταξύ τους παίζεται ένα παιχνίδι πειράγματος. Παιχνιδιάρης, γόης, Συμπαθητικό καθαρματάκι. Καλός .
  6. Δικαστής-  Ο τι χειρότερο μπορεί να υπάρχει. Κόβει και ράβει στα παρασκήνια. Μισητός απ’ολους ,αλλά κανείς δεν τολμά να το πει, γιατί φοβούνται. Ακόμα και Βασιλιάς
  7. Γίγαντας- στη σκηνή εμφανίζεται κοντός. Θέλει την πριγκίπισσα- όχι γιατί την αγαπάει, αλλά για να αποκτήσει το βασίλειο. Στην ανθρώπινη υπόσταση-  νάρκισσος, θρασύς, είρωνας. Στην υπόσταση του Γίγαντα- γίνεται χαζός
  8. Μόνα- ταβερνιάρισσα, που φιλοξενεί τους Γάτο και Πιερό. Αργότερα και την Πριγκίπισσα Εργατική, δίκαια, στοργική, αυστηρή-  μια λέξη- Μόνα
  9. Μητέρα-  η μητέρα της Πριγκίπισσας Πέθανε στη γέννα. Φανερώνεται στην Πριγκίπισσα σαν φάντασμα σε μια κρίσιμη στιγμή.
  10. Γατούλα- Μια πλούσια γατούλα. Ναζιάρα. Ερωτευμένη πολύ με τον γάτο. Ο γάτος το εκμεταλλεύεται στο έπακρον.
  11. Ζητιάνος- ένας κακομοίρης
  12. Στέλλα- η βοηθός της Μάνας
  13. Όχλος-  όχλος Μαζεύεται, διαλύεται, βγάζει μουγκρητά αποδοκιμασίας η επιδοκιμασίας- και γενικά κάνει ότι του πουν.
  14. Οι κυρίες επί των τιμών- οι κουτσομπόλες του παλατιού .

Καλή σας ανάγνωση!

 Αλεξέι  Μιρόντσινκοβ


ΣΚΗΝΗ 1

( Πλατεία .Στη σκηνή τα τρία αδέρφια, ο κόσμος και  το δικαστήριο.)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ –   …Και το μύλο μου, το αφήνω στο μεγάλο μου το γιο…

ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΙΟΣ-       Αχ! παλιογκρινιάρη!.. «Θα σ’ αποκληρώσω, θα σ’ αποκληρώσω»… Που θα πήγανε, ρε πατέρα! Δικό μου ήτανε, δικό μου έμεινε!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ –   Ησυχία! Λοιπόν που είμαστε! Α! Ναι,…και το σπίτι, το αφήνω στο γιο μου, το μεσαίο!

ΜΕΣΑΙΟΣ ΓΙΟΣ-        (Απογοητευμένος) Καλύτερα αυτό παρά τίποτα.. Η μοίρα του δευτέρου …δευτερεύουσα!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ –   Και όσα μείνουν ύστερα, (γελά κοροϊδευτικά) ας τα πάρει ο μικρός μου γιος! (Οι φρουροί   φέρνουν έναν μεγάλο σάκο)

ΠΙΕΡΟ –          Αυτό ήταν;

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    ( κοροϊδεύει και γελά) Τι να κάνω, παιδί μου, έτσι λέει η διαθήκη, αλλά και ο Νόμος. Τελευταίος στη σειρά, τελευταία κοκάλα! Καλή σου τύχη, λοιπόν!

(το τραγούδι «Τελευταίος στη σειρά» ο όχλος τραγουδάει χορεύει, πειράζει τον Πιερό, ύστερα φεύγουν)

ΠΙΕΡΟ – (περιεργάζεται τον σάκο)    Τι να έχει, άραγε; Τρύπια ρούχα, και σπασμένα πιάτα. Ε! φιλαράκι, ήσουνα μικρός και φτωχός, ακόμα πιο μικρός και φτωχός έγινες! Άντε! Άντε! Σήκω τώρα, πήγαινε και πούλησε, ότι έχει μέσα, μπας και βγάλεις κάνα κομμάτι ψωμί! Και αν δεν πάρεις τίποτα; Ε! πάλι του φτωχού η μοίρα- ένα κλαδί γερό, και η θάλασσα βαθιά.

(Σηκώνεται και κλωτσάει το σάκο. Ο σάκος κουνιέται και νιαουρίζει)

ΠΙΕΡΟ –          Τι έκανε, λέει; (τον κλωτσάει ξανά, με το ίδιο αποτέλεσμα). Τι να’ ναι μέσα; (Χώνει το χέρι του ,αλλά αμέσως το βγάζει έξω). Α Δαγκώνει! (Τον αγγίζει, αλλά φοβάται. Τον κλωτσάει ξανά, κάνει πίσω, και από μακριά φωνάζει) Ότι και να’ σαι, βγες έξω αμέσως γιατί θα σου δώσω τέτοιο ξύλο που θα το θυμάσαι σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή σου, …άμα σου μείνει!

(Ο σάκος κουνιέται, και ακούγεται μία φωνή)

ΦΩΝΗ.-          Ορκίσου ότι δεν θα ξαναχτυπήσεις!

ΠΙΕΡΟ –          Πώς! Μιλάει κιόλας! Άκου, «πράμα»! Βγές, αλλά σιγά-σιγά! Είμαι άνθρωπος φτωχός, δεν έχω τίποτα να χάσω! Αν είσαι κάτι το βλαβερό ή μοχθηρό, θα σου δώσω μια!

(Σιγά-σιγά από το σάκο εμφανίζεται το κεφάλι του Γάτου. Ο Γάτος βλέπει τον Πιερό πολύ τρομαγμένο και αμέσως παίρνει ένα σίγουρο ύφος. Ο Πιερό κάθεται μακριά, έχοντας κλείσει τα μάτια του με τα χέρια)

ΠΙΕΡΟ –          Βγήκες;

ΓΑΤΟΣ –          (Καθαρίζει τα νύχια του, και γενικά, απολαμβάνει την κατάσταση) Αμέ!!!

ΠΙΕΡΟ –          Είσαι πολύ τρομακτικό;

ΓΑΤΟΣ –          (Διασκεδάζει) Ού!!!

ΠΙΕΡΟ –          (ακόμα πιο τρομαγμένος) Είσαι…μεγάλο πράμα;

ΓΑΤΟΣ –          Όλα είναι σχετικά…

ΠΙΕΡΟ –          Πες την αλήθεια, γιατί,.. γιατί θα…

ΓΑΤΟΣ –          Γιατί «θα» τι;

ΠΙΕΡΟ –          Γιατί…δεν ξέρω…

ΓΑΤΟΣ –          Πρώτα απ’ όλα, άνοιξε τα μάτια σου και δες!

(Σιγά-σιγά παίρνει τα χέρια του απ’ τα μάτια του, βλέπει τον Γάτο, βγάζει ένα τσιριχτό ,και ξανακρύβει το πρόσωπό του. Ο Γάτος, τρομαγμένος απ’ τη φωνή του Πιερό, κρύβεται και αυτός)

ΓΑΤΟΣ –          Τι τσιρίζεις; Παλάβωσες;

ΠΙΕΡΟ –          Είδα… είδα…

ΓΑΤΟΣ –          (ακόμα  τρομαγμένος) Τι είδες;

ΠΙΕΡΟ –          Μια … μια… γάτα!

ΓΑΤΟΣ –          (Ησυχάζει αμέσως) Ένας!… ένας γάτος! Κι ύστερα, δε μου λες, πάντα τσιρίζεις, όταν βλέπεις γάτες; Έτσι ρωτώ για το μέλλον, δηλαδή. Για να’ μαι έτοιμος!

ΠΙΕΡΟ –          Μα οι γάτες δε μιλούν!

ΓΑΤΟΣ –          Έλα, ντε! Πες ευχαριστώ στον μπαμπά σου! Έξυπνος ήτανε ο μακαρίτης! Ας είναι καλά εκεί απάνω!

ΠΙΕΡΟ –          (Πλησιάζει κάπως διστακτικά. Δεν του πέρασε ακόμα ο φόβος.) Ώστε είσαι γάτα!

ΓΑΤΟΣ –          Ακόμη μια φορά, και θα σου ζωγραφίσω τη μούρη!

ΠΙΕΡΟ –          Τι είναι πάλι;

ΓΑΤΟΣ –          Γάτος είμαι! Γάτος, γένους αρσενικού, αριθμού ενικού και μοναδικού! Χώνεψε το, άμα θες να’μαστε καλά!

ΠΙΕΡΟ –          Ντάξει! Ντάξει! Μη ξεχνάς όμως, εγώ σε κληρονόμησα, και όχι εσύ εμένα!

ΓΑΤΟΣ –          Αυτό συζητιέται. Λίγο πριν πεθάνει, με κάλεσε ο ευλογημένος, ο πατέρας σου, και μου είπε – «Σε δίνω στο μικρό μου, γιατί είναι λίγο ζαβό, αλλά έχει πολύ καλή ψυχή και είναι κρίμα. Να τον προσεχείς» λέει, (αρχίζει να ρουφάει τη μύτη του), «να σταθείς στο πλευρό του καημένου του μικρού μου, γιατί θα χαθεί άδικα η γλυκιά η ψυχούλα του μες’ τα άγρια δάση της άθλιας ζωής» (στη φωνή του ακούγονται υστερικές νότες. Ο Πιερό, εν τω μεταξύ, κάνει κάτι με το σκοινί, κάτι που μοιάζει σαν θηλιά, κλαίει μαζί με τον Γάτο, αλλά πότε-πότε δοκιμάζει τη θηλιά στο κεφάλι του, κάτι αλλάζει, δοκιμάζει ξανά, και όλα αυτά μέσα στα δάκρυα) Αχ! να που είχες δίκιο, σοφέ γέρο! Να πως αληθεύουν τα λόγια σου! Κοίτα, κοίτα τον ανόητο, που έκανε μια θηλιά, και ούτε δέντρο έχει, ούτε περιβόλι εδώ γύρω για να κρεμαστεί, να γλιτώσει, αφού έχει μυαλό κουκούτσι και φαντασία μηδέν! (κλαίει)

ΠΙΕΡΟ –          (κλαίει) Δεν το κάνω για μένα, φλύαρε μου γατούλη…

ΓΑΤΟΣ –          (κλαίει) Για ποιόν, τότε, ποίος άλλος εδώ χρειάζεται τη θηλιά για να γλιτώσει μια και καλή, να ησυχάσω και εγώ;

ΠΙΕΡΟ –          Για σένα είναι…

ΓΑΤΟΣ –          (Σταματάει απότομα να κλαίει) Α Πα- Πα! Εντάξει! Είμαι φλύαρος, είμαι βαρετός, το παραδέχομαι, αλλά όχι και…Τι θες, δηλαδή, να με πνίξεις θες, και το τομάρι μου να το πουλήσεις για γιακά; Δες ,δες το τομάρι τούτο, για κλάμα είναι, όχι για πούλημα, ποίος θα το πάρει, το καημένο το πετσάκι μου, που θα βρεθεί ο βλάκας, να σε πιστέψει ότι είναι αλεπού; Ή, έστω , και βιζόν…Αχ, πατέρα μας, χαμένε, δεν σου έφτασε υλικό για να του δώσεις και αυτουνού λιγάκι μυαλό!

ΠΙΕΡΟ –          Πάψε επιτέλους!

ΓΑΤΟΣ –          (Παύει απότομα) Ευχαριστώ! Πότε -πότε με πιάνει…

ΠΙΕΡΟ –          Ακριβώς. (με μια κίνηση του βάζει τη θηλιά στο λαιμό) Η φλυαρία σου μου έδωσε μια ιδέα!

ΓΑΤΟΣ –          Χα! Τις ξέρουμε αυτές τις ιδέες! Θα με πνίξεις, θα με στραγγαλίσεις, θα πουλήσεις το τομάρι μου, και από τη σάρκα μου θα φτιάξεις πίτα, θα την πουλήσεις και αυτήν, και ύστερα θα κρεμαστείς και συ απ’ την πείνα και τις τύψεις…

ΠΙΕΡΟ –          Σκάσε!

ΓΑΤΟΣ –          Συγγνώμη!

ΠΙΕΡΟ –          Παρακαλώ.

ΓΑΤΟΣ –          Λοιπόν…

ΠΙΕΡΟ –          Μια και είσαι λοιπόν ο Γάτος που μιλάει, θα σε γυρίζω στα χωριά, και θα δίνουμε παραστάσεις. Εσύ θα περπατάς στα πίσω πόδια, και θα κάνεις το μπλα – μπλα σου. Θα σου φτιάξω ένα φράκο από τούτο το σάκο. Και, στο τέλος θα περνάς με το καπέλο μου για να μαζέψεις λεφτά.  Χρυσές δουλείες θα κάνουμε!

ΓΑΤΟΣ –          Και εσύ;

ΠΙΕΡΟ –          Τι εγώ;

ΓΑΤΟΣ –          Εσύ τι θα κάνεις

ΠΙΕΡΟ –          Εγώ θα παίζω ταμπούρλο! «Χρόνος 1»

ΣΚΗΝΗ 2

(Ο Βασιλιάς κάθεται κάτω, κρατώντας δυο μαξιλάρια στα αυτιά του. Ακούγεται τρομερός θόρυβος, κραυγές, γέλιο, ήχοι από σπάσιμο πιάτων, κ.α. Κάποια στιγμή όλα σταματούν)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    (αφουγκράζεται) Ει! Κάποιος να πάρει τα μαξιλάρια! (Δύο υπηρέτες τα παίρνουν απ’τα αυτιά του, αλλά μένουν κοντά) Ουφ!… ησυχία! Εγώ το έλεγα τότε της Βασίλισσας, γέννησέ μου ένα γιο, να’χω κάποιον για να του παραδώσω τον θρόνο! Θα τον κάνω, έλεγα, στρατηγό – έχω μέσον-, θα τον μάθω να κυβερνά, θα του χαρίζω όπλα, άλογα, θα τον κάνω έναν άντρα πραγματικό… Όχι, έλεγε, κορίτσι θέλω! Ορίστε τώρα, Πεισματάρα! Ε! πεισματάρα! (βλέπει στον ουρανό και φωνάζει) Όλο του κεφαλιού σου έκανες! Εγώ έτσι, εσύ αλλιώς! Εγώ αλλιώς, εσύ έτσι! Εγώ εμπρός, εσύ πίσω! Εγώ δεξιά, εσύ αριστερά! Τώρα πες μου, ανάποδη, πες μου τι να κάνω; (Η πόρτα ανοίγει, πετάγεται μέσα ο μπάτλερ, από πίσω του τον κτυπά ένα μαξιλάρι και τον ρίχνει κάτω.)

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Της μεγαλειοτα… τα… τα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Να το…

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Η πριγκίπισσα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Μαξιλάρια, γρήγορα! (του δίνουν τα μαξιλάρια, και προσπαθεί να φύγει, με τα τέσσερα του, κρατώντας τα μαξιλάρια με τα χέρια. Αλλά πετάγεται μέσα η Πριγκίπισσα, τον καβαλάει, του τραβάει τα αυτιά, γελάει, παίζει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Μπαμπά! θέλω να παντρευτώ!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    (προσπαθεί να μιλήσει σοβαρά) Κοίταξε, κόρη μου! Ο γάμος είναι…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          (που πάντα τον καβαλάει) Πολύ σοβαρό πράγμα. Ξέρω! Ξέρω! (γελάει)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Να που τα ξέρεις! Ενώ εσύ…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Είσαι πολύ μικρή ακόμα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Βλέπεις, που τα ξέρεις!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ήμουν όμως, ήμουν!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τι θα πει «ήμουν»; (μπαίνει ο μπάτλερ)

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Το πρωινό της Πριγκίπισσας!

(Μπαίνουν δυο υπηρέτριες. Η μια με το δίσκο, η άλλη με την πετσέτα. Η Πριγκίπισσα εξακολουθεί να καβαλάει τον Βασιλιά, ενώ μια υπηρέτρια της βάζει τη πετσέτα στο λαιμό, και η άλλη αρχίζει το τάισμα)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Κάτι σε ρώτησα!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουμφ (με γεμάτο στόμα, καταφατικά)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Σε ρώτησα τι θα πει ότι ήσουνα μικρή! (Η Πριγκίπισσα προσπαθεί να δείξει κάτι με τα χέρια, η υπηρέτρια την ταΐζει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουμφ, Ουμφ, Ουμφ!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Εννοείς δηλαδή, ότι μεγάλωσες;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουμφ! (καταφατικά)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Έτσι απλά, ε;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουμφ!!! (καταφατικά)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Μέσα σε μια νύχτα, ε;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουμφ!!! (καταφατικά)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Χτες ήσουν μικρή;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουμφ!!! (καταφατικά)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Άρα και σήμερα είσαι!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Ουμφ!!! (αρνητικά)

ΒΑΣΙΛΙΑ-       Μπούρδες!!!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (απειλητικά) Μπαμπά!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τι μπαμπά! Είμαι μπαμπάς εδώ και δεκαπέντε χρόνια!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Δεκάξι!!!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τι;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Μπαμπά! Τι μέρα είναι σήμερα;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τι μέρα; (στον μπάτλερ) Τι μέρα είναι σήμερα;

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Τρίτη, δεκατρείς του μηνός

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ωχ! Άκου γκαντεμιά !

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Τα γενέθλια της Πριγκίπισσας, μεγαλειότατε

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τιιιι!, Τι έκανε λέει; (γυρίζει απότομα και όλο το φαγητό πέφτει πάνω του, στη Πριγκίπισσα και γενικά παντού).

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Σήμερα γίνομαι δεκαέξι χρονών και θέλω να παντρευτώ! Νομίζω ότι έχω το δικαίωμα! Και εσύ θα μου βρεις το γαμπρό! (Τραγούδι “Θέλω Να Παντρευτώ!”)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Έξω! Όλοι ! Έξω! Ο Βασιλιάς θέλει να μείνει μόνος! Και όποιος τολμήσει να χώσει μέσα το κεφάλι του, θα το χάσει στην στιγμή!

ΣΚΗΝΗ 3

(Μπαίνει ο Μπάτλερ)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Μεγαλειότατε, κάποιος κύριος Γίγαντας ζητά την ακρόαση σας.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Γίγαντας. Α! Ωραία. Λίγη μου είναι η μικρή, μας ήρθαν και οι γιγάντιες! Πως είναι;

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Ε… Τι να σας πω, Μεγαλειότατε… Άνθρωπος είναι, στο μπόι μου περίπου, νέος…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Στο μπόι σου. Ο γίγαντας. Ξέρεις τι θα μου λείψει όταν σου κόψω το κεφάλι; Αυτές οι μπούρδες που λες. Από ντύσιμο;

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Κατάλληλο.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Τι κατάλληλο; Για κόμη κατάλληλο; Για μαρκήσιο κατάλληλο; Για ζητιάνο κατάλληλο;

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Κοντά στο κόμη θα λεγα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Αχά. Άντε, φέρ’ τον να δούμε τι θέλει.

(ο Μπάτλερ βγαίνει και μπαίνει επίσημα.)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Ο κύριος Γίγαντας, Μεγαλειότατε!

(Μπαίνει ο Γίγαντας. Καλοντυμένος, χαλαρός, άνετος, το παίζει γόης, φέρεται με υπερβολική οικειότητα.)

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Όχι «κύριος Γίγαντας», φίλε! Γίγαντας. Απλά. Διότι ο Γίγαντας δεν είναι όνομα. είναι μια… ας το πούμε… μια ιδιότητα της σωματικής μου διάπλασης.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Για γίγαντας δεν…

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Ας μη ασχοληθούμε  τώρα με ασήμαντες λεπτομέρειες  των σωματικών μας ιδιοτήτων! Γιατί θα ρωτήσω και εγώ τότε –προς τι η φαλάκρα;  Να, βλέπεις- κώλωσες! Ας αφήσουμε, λοιπόν στην άκρη της αδιακρισίες και ας φερθούμε σαν κύριοι. Σας έρχομαι με μια προτασούλα…

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Πως τολμάς, κύριος, να μιλάς έτσι με τον Βασιλιά!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Γίνεσαι ενοχλητικός. Και εμένα δεν μου αρέσουν οι ενοχλητικοί. (στον Βασιλιά) Εσένα σου αρέσουν οι ενοχλητικοί… πατέρα;

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Θα φωνάξω τη φρουρά!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Και δεν πα να φωνάξεις! (φυσάει προς το μέρος του και ο Μπάτλερ πετάγεται έξω λες και τον πήρε ο άνεμος)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (καθόλου τρομαγμένα) Ο απολογισμός της ημέρας. Μια κόρη τρελαμένη, ένας γίγαντας στο μπόι μου, που γίνεται και μάγος. Κατά τα αλλά –μια απλή Τρίτη σε ένα απλό παλάτι.

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Ω, απλώς ένα μέρος της ιδιότητας που λέγαμε. Αλλά μη δίνεις και πολλή σημασία. Αν δεν θυμώσω…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Τι θέλεις εδώ;

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Α, μπράβο. τώρα μου αρέσεις. Κατευθείαν στο ψητό! Χωρίς περιστροφές!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Λοιπόν;

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Τυρί και ζαμπόν! Τη κόρη σου. Τι άλλο να θέλω.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Ακούστε, κύριε…

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     (κουνά αρνητικά το δάχτυλο του) Όχι «κύριος» είπαμε. Γίγαντας απλά. Και στον ενικό. Γιατί οι συμπέθεροι στον ενικό μιλάνε, έτσι δεν είναι;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (θύμωσε) Άκου, κοντογίγαντά μου, όπως και να σε λένε. Η κόρη μου δεν παντρεύεται τον κάθε περαστικό μάγο η οποιονδήποτε άλλο χωρίς όνομα και τίτλο. Και μη προσπαθείς να με εντυπωσιάσεις με τα φτηνά σου κόλπα! Έγινα σαφής;

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Σαφέστατος. Άκου, πατέρα. Δεν αστειεύομαι εγώ! Και δεν θα θελα να προχωρήσω στην πραγματική επίδειξη των ιδιοτήτων μου…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Να σου πω! Δεν με τρομάζεις. Αν είσαι τόσο ισχυρός όπως το λες, γιατί ήρθες να μου την ζητήσεις; Ας την έπαιρνες με τη δύναμη της μαγείας σου!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Είσαι έξυπνος. Το παραδέχομαι. Εδώ  είναι που κολλά το πράγμα. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ να την πάρω με τη μαγεία! Υπάρχει ένας όρος που κρέμεται σαν κατάρα πάνω από το σόι μας.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (τα παίρνει πολύ απάνω του) Και τι λέει ο όρος;

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Ότι δεν μπορούμε να παντρευόμαστε με τη βία η μαγεία. Είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του πατέρα αλλά και της νύφης.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Δεν την έχεις λοιπόν.

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Αμ ντε! Δεν μπορώ να την αποσπάσω με τη μαγεία. Μπορώ όμως να σε κάνω όχι να συμφωνήσεις, αλλά να παρακαλάς κιόλας να την παντρευτώ! Και όχι μόνο, αλλά θα κάνεις και τη πριγκίπισσα να παρακαλά!(ακούγεται θόρυβος απέξω.) Να, και οι μικροί μας φίλοι! Ήρθαν να με πιάσουν. Περάστε, περάστε!

(Ένα τσούρμο φρουροί ορμάνε μέσα μαζί με τον Μπάτλερ.)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Πιάστε τον!

(ο Γίγαντας φωνάζει κάποιο ξόρκι και ξαφνικά οι φρουροί αρχίζουν και φέρονται σαν σκυλιά, που αγαπούν πολύ τον Γίγαντα. Ο Γίγαντας παίζει μαζί τους, και ύστερα παίρνει αγκαζέ τον Μπάτλερ, και οι δυο τους χορεύουν ένα χορό. Τραγούδι «Ο χορός του Γίγαντα » . Ο Βασιλιάς παρακολουθεί έντρομος. είναι εκτός μαγείας. Όταν τελειώνει το τραγούδι, ο Γίγαντας ανεβαίνει στην καρέκλα και κάνει τον μαέστρο, κουμαντάρει τον χορό τον «σκυλιών». η μουσική γίνεται πιο απειλητική, και μετατρέπεται στο θέμα του Γίγαντα. Ο Γίγαντας γίνεται μια μαύρη σκιά. Η φωνή του είναι τεράστια.)

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Αρκετά παίξαμε! Από δω και εμπρός ,Βασιλιά, θα κόβω το Βασίλειο σου κομμάτι – κομμάτι , τα χωράφια και τα χωριά θα τα κάνω δικά μου και τους ανθρώπους- σκλάβους μου! Θα το κάνω μέχρις ότου εσύ και η κόρη σου με παρακαλάτε να την παντρευτώ! Ο χρόνος σου αρχίζει από τώρα!

(Η σκιά ξεθωριάζει, ο φωτισμός γίνεται φυσιολογικός, οι φρουροί και ο Μπάτλερ γίνονται άνθρωποι, και δεν θυμούνται τίποτα.)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Πιάστε τον! Που είναι;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (κουρασμένα) Φύγετε. Φύγετε για όνομα του Θεού. Γιατί αλλιώς θα φύγω εγώ! «Χρόνος 2»

ΣΚΗΝΗ 4

(Η σκηνή μένει η ίδια με την προηγούμενη, απλώς καθαρή, στολισμένη, ο Βασιλιάς και η Πριγκίπισσα κάθονται στο κέντρο και λίγο πίσω. Χορός. Εκτός από τον Βασιλιά και την Πριγκίπισσα υπάρχουν και η 1η Κυρία, η 2η Κυρία, ο 1ος Κύριος και ο 2ος Κύριος.)

1η ΚΥΡΙΑ –      Τελικά, η Πριγκίπισσα είναι όμορφη, σαν το τριαντάφυλλο.

2η ΚΥΡΙΑ –      Του θερμοκηπίου!

1ος ΚΥΡΙΟΣ-    Συγκρατήστε τις γλώσσες σας!

2ος ΚΥΡΙΟΣ-   Η Πριγκίπισσα είναι πανέμορφη και αξίζει έναν καλό γαμπρό.

1η ΚΥΡΙΑ-      Χα! Χα! Γαμπρό! Μ’ αυτήν τη φτώχεια!

1ος ΚΥΡΙΟΣ-    Σιωπή! Δε φταίει ο Βασιλιάς για τον Γίγαντα!

2ος ΚΥΡΙΟΣ-   Λένε, ότι είναι πολύ κακός μάγος, ο Γίγαντας!

2η ΚΥΡΙΑ –      Ναι! Ναι! Δεν τον αφήνει, τον κακομοίρη το Βασιλιά μας να πάρει ανάσα!

1η ΚΥΡΙΑ –      Ήρθε απ’ το πουθενά, έχτισε κάστρο του…

1ος ΚΥΡΙΟΣ –  Μετά μαγείας, μάλιστα

2η ΚΥΡΙΑ-       Και τώρα, ορίστε! Θέλει την Πριγκίπισσα για γάμο!

2ος ΚΥΡΙΟΣ –  Άκου το τέρας!

1η ΚΥΡΙΑ –      Και ο Βασιλιάς μας κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα!

1ος ΚΥΡΙΟΣ –  Καθόλου παράξενο!

2ος ΚΥΡΙΟΣ –  Να σας έβλεπα εγώ κυρία μου, αν είχατε κι εσείς κόρη της παντρειάς, και τέτοιο γαμπρό από πάνω!

2η ΚΥΡΙΑ –      Αχ! τον καημένο… Το τέρας! «Τραγούδι γενεθλίων»

(Στην άκρη της σκηνής ο Γάτος και ο Πιερό, που εμφανίστηκαν λίγο νωρίτερα, και καθώς ο Πιερό τρώει, ο Γάτος κρυφακούει την προηγούμενη κουβέντα. Οι φωνές τον αυλικών απομακρύνονται και ο Γάτος πλησιάζει τον Πιερό)

ΓΑΤΟΣ –          Τρως;

ΠΙΕΡΟ –          Τι θες να κάνω; Πείνασα! (τρώει) Σήμερα, πάντως το μεροκάματο το βγάλαμε (τρώει)

ΓΑΤΟΣ –          (πολύ ειρωνικά) Πως;

ΠΙΕΡΟ –          Το μεροκάματο…λέω…το βγάλαμε…(τρώει)

ΓΑΤΟΣ –          Το έβγαλα, εννοείς!

ΠΙΕΡΟ –          Δηλαδή;

ΓΑΤΟΣ –          Δηλαδή, εγώ μίλαγα, εγώ χόρευα στα πίσω μου πόδια, εγώ έτρεχα με το καπέλο…

ΠΙΕΡΟ –          …μου!

ΓΑΤΟΣ –          Έστω! Και εσύ…

ΠΙΕΡΟ –          Χτύπαγα το ταμπούρλο.

ΓΑΤΟΣ –          Σιγά τη δουλειά!

ΠΙΕΡΟ –          Ούτε το χέρι μου δε μπορώ να σηκώσω από τη κούραση!

ΓΑΤΟΣ –          Το κουτάλι όμως μια χαρά το σηκώνεις! Πρέπει να παραδεχτείς, ότι την περισσότερη δουλειά, εγώ τη κάνω.

ΠΙΕΡΟ –          Εγώ, όμως έδωσα την ιδέα. Εξάλλου αν εγώ περπατούσα στα τέσσερα και νιαούριζα, δραχμή δεν θα βγάζαμε! Άμα θες, μπορούμε να δοκιμάσουμε αύριο.

ΓΑΤΟΣ –          Σιγά μη νιαουρίσεις όπως μιλάω εγώ. Τέλος πάντων! (Αρχίζει να τρώει και αυτός. Ξαφνικά) Έχω μια ιδέα! Και αυτή τη φορά εσύ θα δώσεις τη παράσταση!

ΠΙΕΡΟ –          Εγώ;

ΓΑΤΟΣ –          Ναι! και εγώ θα παίζω ταμπούρλο. Άκου!

(Ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του ενώ η μουσική ξαναέρχεται κοντά. Ο χορός επεκτείνεται σ’ όλη την σκηνή.) (Ακούγονται δυνατοί χτύποι. Μπαίνει ο Μπάτλερ)

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Δυο περιπλανώμενοι καλλιτέχνες θέλουνε να σας δείξουν την τέχνη τους! (γελάει) Θα έχει πλάκα! (φεύγει γελώντας ενώ μπαίνουν ο Πιερό και ο Γάτος)

ΓΑΤΟΣ –          Χαίρετε! Μεγαλειότατε (υπόκλιση), Πριγκίπισσα (υπόκλιση). Ο Γάτος διασκεδάζει τις κυρίες, χορεύει, και άλλα πολλά.

(Ο Χορός Του Γάτου. Ο Πιερό βλέπει την Πριγκίπισσα και κοκαλώνει. Το ίδιο και η Πριγκίπισσα. Η Πριγκίπισσα  σηκώνεται σαν υπνωτισμένη, και πλησιάζει τον Πιερό. Τραγούδι “Sha-La-La”)

ΠΡΙΓΚΙΠ –      Χορεύετε;

ΠΙΕΡΟ –          Ναι, Πριγκίπισσα…

ΠΡΙΓΚΙΠ –      Πως σας λένε;

ΠΙΕΡΟ –          Ναι, Πριγκίπισσα…

ΠΡΙΓΚΙΠ –      Από πού είστε;

ΠΙΕΡΟ-           Ναι, Πριγκίπισσα…

ΠΡΙΓΚΙΠ –      Σας αρέσει εδώ;

ΠΙΕΡΟ –                   Ναι, Πριγκίπισσα…

(Καθώς μιλάνε έτσι, απομακρύνονται από τους άλλους. Αργά-αργά η μουσική και το φως σβήνουν, αφήνοντας φωτισμένο μόνο το ζευγάρι. Και ύστερα αλλάζει στον φωτισμό του Γίγαντα.)

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-        Βασιλιά! Ο χρόνος περνά! (εξαφανίζεται)

 

ΣΚΗΝΗ 5

(Νύχτα. Ο Βασιλιάς κοιμάται ανήσυχα Ακούγονται ήχοι ενός εφιάλτη. Χτυπάν την πόρτα)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ο Βασιλιάς κοιμάται! (Ο Μπάτλερ χώνει το κεφάλι του μέσα)

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Συγγνώμη, μεγαλειότατε, είναι απ’ την Πριγκίπισσα…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Θα σε εκτελέσω την αυγή! Και τώρα εξαφανίσου!

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Είναι αδύνατον!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τι; Να εξαφανισθείς ή να σε εκτελέσω;

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Να με εκτελέσετε την αυγή!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Γιατί; Έχουμε ανατροπή ή, μήπως καμιά απεργία;

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Όχι ακόμα, αλλά αν δεν σας διαβάσω τι γράφει η Πριγκίπισσα, θα με εκτελέσει εκείνη. Εσείς…χάνετε τη σειρά!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ωχ, Θεέ μου! Λέγε!. Μα το κεφάλι σου το έχεις χάσει ούτως ή άλλως!

ΜΠΑΤΛΕΡ –    (Διαβάζει) «Αγαπητέ μου μπαμπάκα! Απ’ όσα καταλαβαίνω, εδώ και τρεις μέρες κάθεσαι κλεισμένος στο δωμάτιο σου με τα χέρια σταυρωμένα, ενώ εγώ, η μοναδική σου κόρη, καίγομαι απ’ την αγάπη! Γράψε μου τι έμαθες για εκείνο τον νεαρό, που έχει συντροφιά ένα παπουτσωμένο γάτο. Βρες τον γρήγορα, γιατί θα στρίψω το κεφάλι στον αγαπημένο σου παπαγάλο. Υπογραφή Πριγκίπισσα»

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Γράψε ετοιμοθάνατε μου! «Στρίψε ότι θες και σ’ οποίον θες. Δεν ξέρω τίποτα και άσε με ήσυχο»!

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Θα με σφάξει Μεγαλειότατε…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Αυτά έχει η ζωή! Κάποιος κάποιον σφάζει κατά καιρούς. Φύγε τώρα ετοιμοθάνατε μου να μη σε…

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Το ίδιο κάνει (εξαφανίζεται)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ορίστε! Υπηρεσία σου λέει! Ουδέν σεβασμό. (Χτυπούν) Ο Βασιλιάς έχει ρεπό! (Χτυπούν ξανά) Ο Βασιλιάς έχει πονοκέφαλο! (Χτυπούν ξανά) Ο Βασιλιάς απουσιάζει! Δεν είναι, δεν υπάρχει, αρρώστησε και ψόφησε! (Χτυπούν ξανά) Αύριο είναι η κηδεία του! Αύριο! Η νεκρώσιμη ακολουθία ξεκινά στις εννέα! (Χτυπούν ξανά) Τα συλλυπητήρια και τα λουλούδια  στον Μπάτλερ! (ακούγεται η φωνή της πριγκίπισσας)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Μπαμπά!

(Ο Βασιλιάς μουγκρίζει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          (μπαίνει) Μπαμπά! Αν δεν μου βρεις το νεαρό μέχρι αύριο…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    (Ξαπλώνει πάνω στο τραπέζι) Ο Βασιλιάς απόθανε! Ζήτω ο Βασιλιάς! Αύριο η κηδεία του! Και δε με νοιάζει! Και μη μου φέρετε λουλούδια κλεμμένα απ τους τάφους! Αντίο κόρη μου! Αμήν!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Αχ, έτσι, ναι; Τότε  αρχίζω απεργία πείνας, δίψας,  τύφλας, ακοής, αφής και όσφρησης. ( φεύγει, χτυπώντας την πόρτα)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ξεριζώστε τις πόρτες! Πετάξτε τις στα σκουπίδια! Δεν μπορώ να τις ακούω να χτυπάνε συνεχεία!

ΣΚΗΝΗ 6

(Ταβέρνα της Μάνας, Μπαίνουν ο ΓΑΤΟΣ   και ο ΠΙΕΡΟ)

ΜΑΝΑ-          (Στον Πιερό) Καλώς το λεβέντη!

ΠΙΕΡΟ-           (Βρίσκεται στην κατάσταση ερωτικής αποχαύνωσης) …της καρδιάς μου το λουλούδι θα σου στείλει  ένα τραγούδι…

ΜΑΝΑ-           (Κολακεύεται) Πολύ βιαστικό σε βλέπω, παλικάρι μου. Κάτσε πρώτα  φάε κάτι,

ΠΙΕΡΟ-           …Η αγάπη μου ειν’ αυτή, της καρδιάς μου το φαΐ!

ΜΑΝΑ-           Καλά, καλά, έλα εδώ και… (ο γάτος στο μεταξύ κάθεται με  την άνεση του στο τραπέζι η μάνα τον βλέπει και φωνάζει)

ΜΑΝΑ-           Τι;! Τι είναι τούτο;! Όχι κατοικίδια στο τραπέζι! ‘Άκου, μια  γάτα στο τίμιο μου μαγαζί!

ΠΙΕΡΟ-           Φέγγει όπως το φεγγάρι της αγάπης το λυχνάρι (στον Γάτο) η, μήπως καλύτερα- φέγγει όπως το λυχνάρι της αγάπης το φεγγάρι;

ΜΑΝΑ-           Χαριτωμένο!. Μπορείς τώρα να πάρεις τη γάτα σου και να την πας εκεί στη γωνιά;

ΠΙΕΡΟ-           …Μια γωνιά για την αγάπη, την αγάπη ορφανή…

ΓΑΤΟΣ-           Μιλώντας ειλικρινά, πεινάω.

ΜΑΝΑ-           (Αποσβολωμένη αλλά απτόητη.) Αυτό μας έλειπε. Η γάτες που μιλούν. στο τίμιο μου κατάστημα. Εγώ , κύριε έχω δει και αποδεί, και δεν με πιάνουν αυτά . Μιλάς δε μιλάς, αν είσαι γάτα- ξουτ στη γωνιά! (απλώνει το χέρι για να τον πιάσει από το σβέρκο.)

ΓΑΤΟΣ-           Επ! έχουμε και νυχάκια! Και να ξεκαθαρίσουμε μια και καλή. Είμαι γάτος, γένους αρσενικού και αριθμού μοναδικού. Ένα ον προφανώς ξεχωριστό, και απαιτώ τη δέουσα προσέγγιση…(ο Πιερό με μια αυτόματη κίνηση του δίνει μια σφαλιάρα.) ευχαριστώ. Εν συντομία. Θα φάμε καμιά φορά;

ΜΑΝΑ-           Σιγά μην πάρω παραγγελία από μια (ο γάτος μουγκρίζει) …ένα γάτο! (Στον Πιερό) τι επιθυμεί ο κύριος;

ΓΑΤΟΣ-           Τωωωρα μάλιστα…

ΠΙΕΡΟ-           Η αγάπη μου επιθυμεί τα άστρα του μεσονυχτιού…

ΓΑΤΟΣ-           Λοιπόν, να πάω στη γωνιά  η να κάτσω εδώ;

ΠΙΕΡΟ-           Να πάω-που; Να κάτσω- που; Να ησυχάσει  η καρδιά μου…

ΜΑΝΑ-           Άντε, τι να σου κάνω…έκατσες που έκατσες…

ΓΑΤΟΣ-           Έτσι μπράβο!  ( σερβίρεται  το τραπέζι.)

ΓΑΤΟΣ-           Ας αρχίσουμε, λοιπόν…(δεν προλαβαίνει, όμως, γιατί ο φωτισμός αλλάζει και γίνεται του Γίγαντα. )

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Από δω και εμπρός αυτή η ταβέρνα ανήκει στον Γίγαντα! Δικιά μου! (γελά, γίνεται σκιά ,εξαφανίζεται)

ΜΑΝΑ-           Ωχ… έφτασε και εδώ.

ΓΑΤΟΣ-           Τι ειν’ τούτο;

ΜΑΝΑ-           Καλά, από το φεγγάρι έρχεστε εσείς οι δυο; δεν ξέρετε ότι ο Γίγαντας θέλει την κόρη του βασιλιά για γυναίκα; Και όσο δεν συμφωνεί ο βασιλιάς, του παίρνει το βασίλειο του κομμάτι- κομμάτι. Τώρα έφτασε και σε μένα.

ΓΑΤΟΣ-           Και τι θα κάνεις;

ΜΑΝΑ-           Σάμπως έχω να κάνω τίποτα… θα μου τα παίρνει όλα ο Γίγαντας.

ΓΑΤΟΣ-           Κλείσ’το και φύγε.

ΜΑΝΑ-           Καλός είσαι και εσύ. Και αυτούς όλους (δείχνει το προσωπικό) τι να τους κάνω; Να τους πετάξω στον δρόμο; Μου είχαν γίνει οικογένεια όλα τα χρόνια που δουλεύουν εδώ.(στο προσωπικό) Άντε! Τι μούτρα ειν’ αυτά; Δεν τελείωσε η ζωή! Άντε μπράβο! Στις δουλείες σας! Έχουμε καλεσμένους εδώ. Κερνάει το κατάστημα!

ΣΚΗΝΗ 7

(Παλάτι. Το δωμάτιο της πριγκίπισσας. η πριγκίπισσα αγνοεί. Χτυπάνε πάλι. Ακούγεται η φωνή του μπάτλερ.)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Υψηλοτάτη…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Aν είναι πάλι για φαΐ, μην τολμήσεις να το αφήσεις κάτω από την πόρτα.

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Mα…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Είπα !! Απεργία πείνας, δίψας, τύφλας, ακοής, οσμής και αφής!! Ή παντρεύομαι ή μετατρέπομαι σε ζόμπι! Θα περιφέρομαι στους διαδρόμους του παλατιού και θα δαγκώνω όποιον βρω μπροστά μου! Έτσι! Γρρρρρρρ…(κάνει το τέρας)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Mα περί του γάμου πρόκειται….

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Tι;! Α! έπιασε το κόλπο! Σας έφαγα! (τρέχει να ανοίξει την πόρτα. Μπαίνει ο μπάτλερ και από πίσω του ο βασιλιάς)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     H αυτού μεγαλειότης….

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μπαμπά! άκουσα καλά; Ή κουφάθηκα στα αλήθεια και το φαντάζομαι;

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Δεν γίνεται έτσι, πρέπει να τηρούμε τους τύπους!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (καθόλου χαρούμενος) Άσε τους τύπους

ΜΑΖΙ-             Οι τύποι μας μάραναν τέτοια μέρα που (μαζί)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Έχουμε τα μαύρα μας τα χάλια

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Έχω τόσο μεγάλη χαρά! (μπερδεύονται, κοιτάζονται )

ΜΑΖΙ- Ε;;;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Τι θέλεις να πεις? ότι η μέρα του γάμου μου έχει τα μαύρα της τα                     χάλια;;;!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (μουρμουρίζει) Να δούμε τη χαρά που θα κάνεις όταν μάθεις ποιος είναι ο γαμπρός!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (περιπαιχτικά) Μπαμπά μη με παίζεις άλλο! Πες μου ότι βρήκες εκείνον τον νεαρό με τον παπουτσωμένο γάτο συντροφιά!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-      Ναι… ο γίγαντας!!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (κλείνει τα μάτια και βουλώνει  τα αυτιά) Έξω!!! Απεργία πείνας, δίψας,  ακοής, οσμής, αφής και ανυπακοής!!!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Μα κοίτα κοριτσάκι μου..

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν βλέπω!

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Ακούστε υψηλότατη…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν ακούω!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Αν δεν τον παντρευτείς, θα μας κάνει σκόνη! Όλους!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν παντρεύομαι τέρατα! Μόνο ανθρώπους! Με ακούσατε? ΑΝ-ΘΡΩ-                      ΠΟΥΣ!! Έξω!

(φεύγουν)

ΣΚΗΝΗ 8

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-   Θα το σκάσω! Αλλά πως…τα παράθυρα είναι ψηλά, που να πηδήξεις! Η πόρτα (χτυπά) ε; είναι κανείς έξω;

(ακούγεται η φωνή του φρουρού) – μάλιστα υψηλοτάτη!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Φρουρείται. Ωραία… και να βγω έξω, θα με δουν, αλλά αν…    Φρουρέ!!! Έλα  μέσα!

ΦΡΟΥΡΟΣ-     (μπαίνει) Στις διαταγές σας υψηλοτάτη!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ- (τον κοιτάζει εξεταστικά) Μπα.. με τέτοια ρούχα, δεν πας μακριά…(της έρχεται μια ιδέα) Σε διατάζω να μου φέρεις εκείνο τον ζητιάνο μουσικό που παίζει κάτω από το παράθυρό μου! Έχω κατάθλιψη και θέλω να ακούσω τα πιο θλιβερά τραγούδια του κόσμου!! Άντε και γρήγορα!!!

ΦΡΟΥΡΟΣ-     Μάλιστα υψηλοτάτη!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ωραία, για να δούμε αν θα δουλέψει…

ΦΡΟΥΡΟΣ-     (μπαίνει σπρώχνοντας μέσα τον ζητιάνο. Ο ζητιάνος είναι κατατρομαγμένος. Ο φρουρός τον αφήνει κάτω και στέκεται προσοχή) Διατάξτε!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Έξω!

ΦΡΟΥΡΟΣ-     Μάλιστα. (φεύγει)     (η πριγκίπισσα κάνει ένα γύρο από τον ζητιάνο και τον περιεργάζεται. Ο ζητιάνος τα έχει χαμένα, τρέμει και βγάζει κάτι μουγκρητά χωρίς να αρθρώσει λέξη)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ- (στον εαυτό της) Λερά είναι τα ρούχα του, και βρωμάνε απαίσια… μπλιάχ… θα σιχαθώ τον εαυτό μου, αλλά… (στο ζητιάνο) Γδύσου! (ο ζητιάνος γουρλώνει τα μάτια και μουγκρίζει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-  Είπα γδύσου! Η πριγκίπισσα σε διατάζει να γδυθείς! Αλλιώς θα καλέσω τη φρουρά και θα σου κόψουν το κεφάλι!! (ο ζητιάνος αρχίσει να γδύνεται, η πριγκίπισσα μπαίνει πίσω από ένα παραβάν)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Έτοιμος;

(ζητιάνος μουγκρίζει καταφατικά)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Πέτα μου τα ρούχα σου!

(ο ζητιάνος υπακούει. Του πετάει τα δικά της ρούχα)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Βάλε αυτά, στα χαρίζω!!

(βγαίνει ντυμένη με τα ρούχα του ζητιάνου, τον πηγαίνει στο παράθυρο και τον βάζει να κάτσει με την πλάτη γυρισμένη προς το κοινό)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Εγώ θα φύγω τώρα, και εσύ θα κάτσεις εδώ και τσιμουδιά! Κατάλαβες; Αλλιώς (κάνει την κίνηση στο λαιμό) Έτσι μπράβο!!

(πάει κοντά στην πόρτα. Φωνάζει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Φρουρέ!!

ΦΡΟΥΡΟΣ-     (απ έξω) Διατάξτε!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ            Έλα να τον πάρεις και να τον βγάλεις έξω, τον βαρέθηκα! (κατεβάζει την κουκούλα για να μην φαίνεται το πρόσωπό της. Η πόρτα ανοίγει, το χέρι του φρουρού την αρπάζει άγρια από τον σβέρκο και την τραβάει έξω) »Χρόνος 3»

ΣΚΗΝΗ 9

(Βράδυ. Η ταβέρνα είναι άδεια. από την εξώπορτα μπαίνει η Στέλλα. Κουβαλάει μαζί της την πριγκίπισσα, που είναι ντυμένη με αντρικά και τυλιγμένη με την κάπα της Στέλλας.)

ΣΤΕΛΛΑ-       Έλα, έλα μη φοβάσαι. Εδώ δεν θα σε πειράξει κανείς.

ΜΑΝΑ-           Ορίστε μας. Τι είναι τούτο βραδιάτικα;

ΣΤΕΛΛΑ-       Ε-ε… Να… το μάζεψα από το διπλανό σοκάκι.

ΜΑΝΑ-           Τι θα πει μάζεψα;. σκυλάκι είναι και το μάζεψες; Για δες- τρέμει ολόκληρο…Και προφανώς πεινάει…τι το έχεις έτσι φασκιωμένο χειροπόδαρα;

ΣΤΕΛΛΑ-       Σαν αγρίμι έκανε… μόνο δεν με δάγκωσε.

ΜΑΝΑ-           Ε… Αν δεν ήθελε να έρθει, τι το κουβάλησες με το ζόρι;

ΣΤΕΛΛΑ-       Μα το λυπήθηκα…

ΜΑΝΑ-           Το καλό με το ζόρι δεν γίνεται. Λοιπόν, του λόγου σου, δικιά σου είναι η ζωή, δικιά σου και η απόφαση – μένεις για φεύγεις;

(Η πριγκίπισσα ορμάει προς τη πόρτα αλλά σωριάζεται κάτω λιπόθυμη.)

ΜΑΝΑ-           Χμ… ο άνθρωπος σχεδιάζει μα η μοίρα εξουσιάζει.. (στη Στέλλα) άντε, γρήγορα, κάλεσε τους άλλους, και φέρτε ζεστό νερό. Εγώ θα φουντώσω την φωτιά. Να γίνει φούρνος εδώ! Άντε, άντε, έχουμε δουλειά εδώ!.

( Όταν βγαίνουν τα αντρικά ρούχα, βλέπουν ότι είναι κορίτσι. )

ΣΤΕΛΛΑ-       Και εγώ νόμιζα πως είναι αγόρι!

ΜΑΝΑ-           (σκεφτικά) Κάπου σε ξέρω, κοριτσάκι…

ΣΕ ΛΙΓΟ…

(Η πριγκίπισσα καθαρή και ντυμένη με πρόχειρο ρούχο τρώει.)

ΜΑΝΑ-           Τρώγε, τρώγε εσύ… Σ’ αρέσει;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουγμ…

ΜΑΝΑ-           Αν θες και άλλο, πάρε, μη ντρέπεσαι.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ουγμ…(όσο τρώει και χορταίνει, παίρνει σιγά-σιγά το πεισματάρικο της ύφος. Σπρώχνει το άδειο πιάτο) -Η σούπα σου είναι φτωχή και το ψωμί τραχύ. Έχε χάρη που πεινάω, και γι’ αυτό βάλε μου και άλλο.

ΜΑΝΑ-           (στον εαυτό της) Σαν πολύ γνωστό μου ακούγεται…Που σε ξέρω, κοριτσάκι;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Πολύ θα περιμένω; Άκουσες τι σου είπα? Βάλε και άλλο. Πεινάω είπα!,           (Η Μάνα δεν κουνιέται, μόνο την κοιτάζει πολύ επίμονα στα μάτια. Ξαφνικά θυμάται.)

ΜΑΝΑ-           Τώρα σε θυμήθηκα!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Πως τολμάς και με κοιτάς έτσι! Κάνε αμέσως ότι σου  είπα, αλλιώς…

ΜΑΝΑ-           Θα πεις στο μπαμπά σου να μου κόψει το κεφάλι, ε; Μόνο  που τότε ήσουν 10 χρονών και εγώ παραλίγο να χάσω το κεφάλι μου για ένα παραπάνω παγωτό. Δεν το θυμάσαι, μεγα…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (τσιρίζει) Σιωπή! Μη τολμήσεις να το πεις, γιατί…

ΜΑΝΑ-           Εγώ λέω να στείλω κάποιον να φέρει εδώ τον πατέρα σου, ε, και έναν δήμιο καπάκι. Προτιμώ να χάσω το κεφάλι μου παρά να σ’ έχω μπελά πάνω του. Γιατί είσαι μπελάς. (βγάζει ένα χαρτί και το βάζει πάνω στο τραπέζι) Γράμματα ξέρεις;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (διαβάζει) «Εμείς, ο Βασιλιάς Τάδε 3ος διατάζουμε με όλη την μας αυστηρότητα την αναζήτηση της Πριγκίπισσας Αννας, που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς από το παλάτι πριν από 3 μέρες. Όποιος γνωρίζει που βρίσκεται η αγαπημένη μας κόρη, υποχρεούται να  μας ενημερώσει  αμέσως και θα αμειφθεί με 1000 χρυσά νομίσματα. Η απόκρυψη δε τέτοιου είδους πληροφοριών θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό τρίτου βαθμού.»

ΜΑΝΑ-           Λοιπόν;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-     Σε διατάζω να με κρύψεις εδώ και κανείς να μη μάθει ποια είμαι!

ΜΑΝΑ-           Και εγώ λέω ότι  τα 1000 χρυσά νομίσματα είναι πολύ καλύτερα από το αποκεφαλισμό τρίτου βαθμού.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Πως;! Τολμάς και κανείς παζάρια στην…

ΜΑΝΑ-           Για φώναξε το δυνατά να σε ακούσει όλη η γειτονιά!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Στην…στην…(μπερδεύεται και χάνει τον τσαμπουκά)

ΜΑΝΑ-           (Ήρεμα και αποφασιστικά) Για κάτσε κάτω, κοριτσάκι και άκουσε με προσεκτικά. Εδώ δεν είναι σα’στο σπίτι σου. Είμαστε  μια οικογένεια εδώ, βγάζουμε το ψωμί μας με κόπο και δεν έχουμε χρόνο για τα καπρίτσια ενός κακομαθημένου κοριτσιού.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μα είσαι υπήκοος μου και πρέπει να…

ΜΑΝΑ-           Σε παραδώσω στο παλάτι. Αυτό θέλεις; ( η πριγκίπισσα κουνάει αρνητικά το κεφάλι.) Δεν σε ρωτάω γιατί  το έσκασες απ’ τον πατέρα σου. Μάλλον έχεις τους δικούς σου λόγους. Είχες κότσια να το κανείς και το σέβομαι. Έχεις χαρακτήρα, βλέπω, και για αυτό θα σου επιτρέψω να  μείνεις εδώ, αν και αυτό μπορεί να μου κοστίζει το κεφάλι.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (σχεδόν ψιθυριστά) Ευχαριστώ…

ΜΑΝΑ-           Έτσι μπράβο. Αν μείνεις, όμως, θα μοιραστείς και το ψωμί αλλά και  τη δουλειά χωρίς καμιά διαφορά. Σταυροπόδι δε θα κάθεσαι.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (ντρέπεται) Μα εγώ… δε ξέρω…καμιά…δουλειά…

ΜΑΝΑ-           Η αμάθεια δεν είναι ντροπή. Αρκεί να θέλεις να μάθεις.( φωνάζει) Στέλλα! Θα έρθει η Στέλλα τώρα. Αποφάσισε γρήγορα  τι να κάνει- να σε πάει στο σπίτι σου η να σου δείξει το κρεβάτι σου εδώ;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           …Το… κρεβάτι…

(μπαίνει η Στέλλα)

ΣΕΛΛΑ-         Με φώναξες, Μάνα;

ΜΑΝΑ-           Από δω η Στέλλα, η σερβιτόρα μας. Να την ακούς και θα σου μάθει μια καλή δουλειά. Στέλλα, από δω η… (σκέφτεται για λίγο, ενώ η πριγκίπισσα τσιτώνεται) Μαρία. Κοριτσάκι άβγαλτο, αλλά αξιοσέβαστο και πρόθυμο. Έτσι δεν είναι…(τονίζει) Μαρία;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μάλιστα…κυρία…

ΣΤΕΛΛΑ-       Μάνα.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ναι, κυρία Μάνα…

(η Στέλλα  και η Μάνα σκάνε στα γέλια)

ΜΑΝΑ-           Όχι και κυρία…

ΣΤΕΛΛΑ-       Τη λέμε Μάνα. Απλώς Μάνα.

ΜΑΝΑ-           Άντε, άντε και ξημερώσαμε. Και έχει σήκωμα αύριο. (φεύγουν)

ΜΑΝΑ-           (χασμουριέται και μουρμουρίζει) Για να δούμε αν άξιζε να χάσω 1000 χρυσά νομίσματα και ίσως, και το κεφάλι μου.

ΣΚΗΝΗ 10

(μπαίνει ο γάτος χαρούμενος και παιχνιδιάρης όπως πάντα. Από το φέρσιμο του φαίνεται ότι έχει κάνει τη ταβέρνα σπίτι του και έτσι κάθεται με τα παπούτσια πάνω στο τραπέζι. Μεταξύ αυτουνού και τη Μάνα παίζεται ένα παιχνίδι φιλικού φλερτ… )

ΓΑΤΟΣ-           Ει. Υπηρεσία!! Φαΐ!

ΜΑΝΑ-           Ναι καλά, τρέχω και δεν φτάνω!

ΓΑΤΟΣ-           Πεινάω Μάνα!

ΜΑΝΑ-           Πήδα! Κάνει καλή σιλουέτα!! Και κάτω τα πόδια.. γουρούνι!! (αρχίζει το σερβίρισμα)

ΓΑΤΟΣ-           Γάτος Μάνα! γάτος! Γένους αρσενικού…

ΜΑΝΑ-           Και αριθμού ενικού και μοναδικού, ξέρουμε…

ΓΑΤΟΣ-           Έτσι μπράβο… Μανούλα…

(Την αγκαλιάζει απ’την μέση, τρίβεται με το κεφάλι . φαίνεται ότι είναι ένα συνηθισμένο παιχνίδι)

ΓΑΤΟΣ-           Μμμμ…

ΜΑΝΑ-           Κάτω τα νύχια σου βρε σιχαμένε! Στις γάτες σου να πας να τα κάνεις!

ΓΑΤΟΣ-           (τη σφίγγει πιο κοντά του) Έτσι μου αρέσεις, κυρά μου, σκληρή και ανένδοτη! Δώσε μου ένα φιλάκι…

ΜΑΝΑ-           Σε αυτή τη μούρη τη τριχωτή; Δεν φιλάω γατιά εγώ!

ΓΑΤΟΣ-           Ρατσίστρια! Με υποβιβάζεις σαν άτομο, σαν φυλή, σαν λαό! Κάτω ο ρατσισμός και η καταπίεση…

ΜΑΝΑ-           Τη σούπα σου την έχω ακόμη πάνω από το κεφάλι σου! (ο γάτος την αφήνει)

ΓΑΤΟΣ-           Υποχωρώ μπροστά στον ωμό εκβιασμό.. (η Μάνα του σερβίρει τη σούπα, κάθεται και αυτή. Ο γάτος τρώει)

ΜΑΝΑ-           Καλή;

ΓΑΤΟΣ-           Όπως πάντα! Εσείς οι άνθρωποι έχετε τα πλεονεκτήματα σας. Που και που.. να. Μια κουβέντα να πεις, μια σούπα να φας… οι γάτες όλο νιάου-  νιάου και τίποτε άλλο. Καλές είναι, δεν λέω, αλλά…  βαριέσαι…

ΜΑΝΑ-           Η δουλεία πως πήγε;

ΓΑΤΟΣ-           Πανηγύρι! Όσο οι άνθρωποι τρελαίνονται να βλέπουν έναν γάτο να τους κάνει τον καραγκιόζη, τόσο θα υπάρχει χρήμα.

ΜΑΝΑ-           Ο Πιερό που είναι;

ΓΑΤΟΣ-           Έλα μου ντε.. αργεί.. ανησυχώ για αυτό το παιδί, όσο πάει χειροτερεύει..

ΜΑΝΑ-           Έρωτας σου λέει…

ΓΑΤΟΣ-           Μάγος είσαι; Η χειρότερη αρρώστια! Τον έχει κάνει φυτό.. περπατάει και κουτουλά στις γωνίες.. Εχθές σκουντούφλησε πάνω σε έναν ζητιάνο… Εδώ, στη γωνιά, (γελάει) Κυλίστηκαν στις λάσπες, ο ένας πάνω στον άλλον, και ύστερα σηκώθηκε, λες και δεν έγινε τίποτα… αρρώστια σου λέω, αρρώστια…

ΜΑΝΑ-           Έχει και την ομορφιά του…

(μπαίνει ο Πιερό. Έχει τα χάλια του, με ένα βλέμμα απλανές κουβαλάει μαζί του ένα τσουβάλι)

ΓΑΤΟΣ-           Να τος! Καλώς την ομορφιά του έρωτα!

ΜΑΝΑ-           Σκάσε και συ!! Έλα Πιερό μου, έλα εδώ… (τον βάζει να κάτσει στο τραπέζι. Ο Πιερό υπακούει σαν κούκλα)

ΓΑΤΟΣ-           Για δες κατάντια!

ΜΑΝΑ-           Σκάσε σου λέω, άκαρδε!! Μακάρι, έστω και μια φορά να σου τύχει κάτι τέτοιο για να καταλάβεις!

ΓΑΤΟΣ-           Άπαπα… οι γάτες δεν κολλάνε τις αρρώστιες των ανθρώπων!

(η Μάνα προσπαθεί να ταΐσει τον Πιερό)

ΜΑΝΑ-          Έλα Πιερό μου, άνοιξε το στόμα σου.

ΓΑΤΟΣ-           (πολύ θυμωμένα) Μάνα! Φέρε μου μια μπύρα!

ΜΑΝΑ-           (προς τη κουζίνα) Μαρία, μια μπύρα στον … (θυμωμένα) κύριο…

ΓΑΤΟΣ-           Και το λογαριασμό! Πάω πάνω! Δεν μπορώ να βλέπω έναν άντρα να τον κάνουν μωρό! Πιερό που είναι τα λεφτά; (ο Πιερό δείχνει το σακί, ο γάτος ανοίγει το σακί)

ΓΑΤΟΣ-           Κοίτα δω Μάνα! Κοίτα, ορίστε! (βγάζει ένα πορτραίτο της πριγκίπισσας) Ένα πορτραίτο της πριγκίπισσας! Ξέρεις πόσο κάνει ένα τέτοιο πορτραίτο; Να και άλλο (βγάζει ένα- ένα πολλά πορτραίτα και τα παρατάσσει πάνω στο τραπέζι) και τα λεφτά;

(ο Πιερό δείχνει τα πορτραίτα. Ο γάτος κοιτάζει τη Μάνα απελπισμένα)

ΓΑΤΟΣ-           Αυτάαα… δεν έχουμε λεφτά, Μάνα… (Μπαίνει η πριγκίπισσα και φέρνει τη μπύρα)

ΜΑΝΑ-           Δεν πειράζει, θα μου τα χρωστάς..

(η πριγκίπισσα  πλησιάζει και όταν βλέπει τον Πιερό κοκαλώνει. Ο Γάτος την κοιτάζει πολύ προσεκτικά)

ΜΑΝΑ-           (ακόμα γυρισμένη στο Πιερό) Τι θα γίνει Μαρία, θα τη σερβίρεις τη μπύρα;   (σηκώνει τα μάτια της και βλέπει τη σκηνή όπου η πριγκίπισσα κοιτάζει το Πιερό και ο γάτος κοιτάζει μια το πορτραίτο, μια την πριγκίπισσα. Ο γάτος ανοίγει το στόμα και ανασηκώνεται αργά,  η Μάνα σπρώχνει το δίσκο που κρατάει η Μαρία και η μπύρα χύνεται πάνω στο γάτο)

ΜΑΝΑ-           Αχ Μαρία, τι άτσαλη που είσαι! (η πριγκίπισσα φεύγει τρέχοντας)

ΓΑΤΟΣ-           Κάτι τρέχει εδώ πέρα. Άλλα όχι τώρα. Τώρα είμαι κουρασμένος, θυμωμένος και βρεγμένος… (φεύγει)

ΠΙΕΡΟ-           Την είδα, την είδα…

ΜΑΝΑ-           Καλά, καλά, ήρεμα παιδί μου…

ΠΙΕΡΟ-           Είδα την αγάπη μου, το αστέρι μου, τη ψυχή μου… είδα τη πριγκ… (η μάνα του κλείνει το στόμα)

ΜΑΝΑ-           Τσσς…πάμε τώρα , πάμε στο κρεβατάκι, πάμε να ξεκουραστείς…(σιγά-σιγά τον παίρνει από τη σκηνή.)

ΣΚΗΝΗ 11

(μπαίνει ο γάτος με ύφος κλέφτικο και πάει προς τη κουζίνα. Αρχίζει να ψαχουλεύει στη κατσαρόλα. Μπαίνει και η Μάνα)

ΜΑΝΑ-           Σε τσάκωσα κλέφτη! (ο γάτος γυρίζει έχοντας στα χέρια του ένα κομμάτι κρέας που στάζει)

ΓΑΤΟΣ-           Η βοήθεια στον μικρό και αδύναμο, η ευσπλαχνία και η στοργή στον πεινασμένο είναι η ύψιστη αρετή των ανθρώπων!

ΜΑΝΑ-           (γελά) Δεν μας… παρατάς λέω γω… πάρε τουλάχιστον ένα πιάτο, να τρως σαν άνθρωπος!

ΓΑΤΟΣ-           Δεν είμαι άνθρωπος εγώ και δεν θέλω να είμαι!  Να παθαίνω τέτοια…

ΜΑΝΑ-           Στάζεις πάνω σου…

ΓΑΤΟΣ-           Θα γλειφτώ αργότερα.. τι κατάλαβες;

ΜΑΝΑ-           Εσύ;

ΓΑΤΟΣ-           Εγώ απλά έρχομαι εδώ, έχω τον Πιερό ερωτοχτυπημένο να ξοδεύει όλα τα λεφτά σε πορτραίτα της πριγκίπισσας, ύστερα μπαίνει μια καινούρια σερβιτόρα που της μοιάζει σαν δυο σταγόνες νερό, μετά τρώω μια μπυράκλα στη μούρη… για στάσου, πότε λες ότι ήρθε η κοπέλα;

ΜΑΝΑ-           Προχθές το βράδυ, την έφερε η Στέλλα, ντυμένη με ρούχα ζητιάνου.

ΓΑΤΟΣ-           Και όλη η πόλη βουίζει για την εξαφάνιση της πριγκίπισσας. Και στο παλάτι, λένε, βρέθηκε ένας ζητιάνος ντυμένος με τα ρούχα της..

ΜΑΝΑ-           Άρα..

ΓΑΤΟΣ-           Άρα..

ΜΑΝΑ-           Άρα- τσς.. (σιωπούν για λίγο) και τώρα τι κάνουμε;

ΓΑΤΟΣ-           Το αυτονόητο! Τον αγαπά, την αγαπά. Τον φέρνω εγώ, την φέρνεις εσύ. Τους δίνουμε τον έναν στο άλλον. Αγκαλιά, φιλιά, τους στέλνουμε πάνω να χαρούν τον έρωτά τους και αύριο ο Πιερό περδίκι, η πριγκίπισσα ευτυχισμένη, καλούμε τον μπαμπά της, ο μπαμπάς ευτυχισμένος, όλα μέλι γάλα, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

ΜΑΝΑ-           Είσαι ηλίθιος!

ΓΑΤΟΣ-           Αυτό το παραβλέπω… η εξυπνάδα μου σκοτώνει, το λέει ο κόσμος

ΜΑΝΑ-           Σκοτώνει στην κυριολεξία! Καταλαβαίνεις τι λες; Ή, μήπως, πιστεύεις ότι ο βασιλιάς θα χαρεί αν βρει εδώ τη πριγκίπισσα στην αγκαλιά του Πιερό;

ΓΑΤΟΣ-           Γιατί όχι; Θα βρει την κόρη του σώα και αβλαβή και μάλιστα ευτυχισμένη με τον έρωτά της! Ποιος μπαμπάς δε θα χαιρότανε;

ΜΑΝΑ-           Για σας τις γάτες όλα απλά είναι… θα σου πω εγώ τι θα γίνει: θα κουβαληθεί εδώ ο βασιλιάς με όλη τη φρουρά του, θα συλλάβει τον Πιερό και εμάς τους δυο για συνωμοσία και απαγωγή, και αύριο πρωί- πρωί θα μας κόψουν τα έξυπνά μας μετά χαρούμενης μουσικής… και η πριγκίπισσα θα παντρευτεί τον γίγαντα γιατί δεν μπορεί μια πριγκίπισσα να παντρευτεί ένα μουσικό του δρόμου!

ΓΑΤΟΣ-           Αυτό δεν το καταλαβαίνω… Κατάλαβα όμως γιατί δεν θέλω να είμαι άνθρωπος! Τα πιο απλά, δύσκολα τα έχετε κάνει! Σαν τα μούτρα σας τα άτριχα!

ΜΑΝΑ-           Εγώ λέω να πάρεις άρον- άρον τον Πιερό από δω. Αν ξαναϊδωθούνε θα γίνει της μουρλής εδώ. Έχω ένα σπιτάκι στο στενό των κομμένων ουρών. Θα κάτσετε εκεί και βλέπουμε.

ΣΚΗΝΗ 12

( το δωμάτιο της Πριγκίπισσας.  είναι κουρασμένη, ετοιμάζεται για ύπνο. Τραγουδάει. Μια δεύτερη φωνή μπαίνει στο τραγούδι.  δεν το αντιλαμβάνεται και έτσι το τελειώνουν μαζί. Ακούγεται ένα απαλό, σχεδόν παιδικό γέλιο.)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ποιος είναι εδώ?

ΦΩΝΗ-           (γελαστά και παιχνιδιάρικα) Για μάντεψε… Είμαι κάποια που δεν γνώρισες ποτέ, και όμως με θυμάσαι. Κάποια που δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω και όμως σ’ αγαπώ. Είμαστε ένα, παρόλο που ζούμε χώρια, γιατί σου έδωσα ότι είχα πριν φύγω.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (νευρικά) Δεν καταλαβαίνω.

ΦΩΝΗ-           Μάντεψε… μάντεψε!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Άκου! Όποια και αν είσαι, κόψε την πλάκα. Είμαι κουρασμένη. Ο άνθρωπος, που αγαπάω κάθεται εδώ δίπλα και δεν μπορώ να του μιλήσω,…

ΦΩΝΗ-           Έλα, αχάριστη! Αφού είδες πόσο σ’ αγαπά…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Να μου λείπουν τέτοιες συναντήσεις! Ούτε ένα «για»  δεν … Για στάσου. Γιατί το συζητάω μαζί σου;

ΦΩΝΗ-           (όλο παίζει) Έλα ντε! Ρώτα τον εαυτό σου. Γιατί;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Είναι κάτι από μέσα μου… Όχι. Δεν τρελάθηκα! Δεν μιλάω με ασώματες φωνές. Φανερώσου η άσε με  ήσυχη.

ΦΩΝΗ-           (τρυφερά) Έλα δω…

(Πριγκίπισσα σαν μαγεμένη ακολουθεί τη φωνή και πηγαίνει  στην πιο σκοτεινή γωνιά.)

ΦΩΝΗ-           Έλα, έλα, άπλωσε τα χέρια σου…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μα δεν βλέπω…

ΦΩΝΗ-           Για να με δεις, πρέπει να μ’ αγγίξεις. Άπλωσε τα χέρια σου    (η Πριγκίπισσα απλώνει τα χέρια και αγκαλιάζει το σκοτάδι. Μια απαλή μουσική ακούγεται, η Πριγκίπισσα αρχίζει να χορεύει και όταν κάνει τη στροφή, βλέπουμε ότι χορεύει με μια κοπέλα που στην ηλικία δεν φαίνεται να είναι μεγαλύτερη της. Ο χορός γίνεται όλο και πιο γρήγορος, και καταλήγουν να κάνουν μια σβούρα, πιασμένη απ’τα χέρια. Τώρα γελούν και οι δυο)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-    Αχ τι ωραία! Πάντα ήθελα να χορέψω έτσι, αλλά στο σπίτι μου δεν υπήρχε κανείς…

ΦΩΝΗ-           Δεν  κάνουν σβούρες στα παλάτια, ε?

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Με ποιον; Με τον υπουργό εξωτερικών; (γελά) Η με τον Μπάτλερ; (γελά)

ΦΩΝΗ-           Όχι! Με τον δήμιο! (γελά)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Αχ, σ’ ευχαριστώ! Ξέρεις, είναι παράξενο, αλλά δεν σε φοβάμαι! Ξέρεις τα πάντα για μένα, και δεν με τρομάζει! Ποια είσαι;

ΦΩΝΗ-           Είμαι  η μητέρα σου

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Εσύ! (γελά)

ΜΗΤΕΡΑ-       Εγώ! (γελά)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Η μητέρα μου! (γελά)

ΜΗΤΕΡΑ-       Η μητέρα σου! (γελάνε και δείχνουν η μια την άλλη)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (κόβει απότομα το γέλιο.) Η μητέρα μου πέθανε πάνω στην γέννα.

ΜΗΤΕΡΑ-       Ναι. εγώ είμαι αυτή που πέθανα πάνω στη γέννα.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μη με κοροϊδεύεις. Είναι άσχημη αυτή η πλάκα που μου κάνεις.

ΜΗΤΕΡΑ-       Δεν θα έκανα πλάκα με κάτι τέτοιο.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Οι πεθαμένοι πέθαναν. Δεν γυρίζουν πίσω.

ΜΗΤΕΡΑ-       Δεν πεθαίνει κανείς. Απλά φεύγει αλλού. Σε άλλο μέρος.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μα πως μπορείς να είσαι η μητέρα μου, που είσαι ένα κοριτσάκι σαν και εμένα;

ΜΗΤΕΡΑ-       Εκεί που είμαι τώρα, δεν γερνάμε. Ήμουνα 20 χρονών …

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Και εγώ είμαι 16… Άρα θα ήσουνα 36 τώρα…Και όλα αυτά τα χρόνια…

ΜΗΤΕΡΑ-       Και όλα αυτά τα χρόνια ήμουνα κοντά σου -πότε ένα λουλούδι, πότε η κούκλα σου, καμιά φορά η ίδια η σκιά σου…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Να’ ξέρες, πως σε χρειαζόμουν! Πόσες φορές σου μιλούσα στον ύπνο μου…

ΜΗΤΕΡΑ-       Σε βοηθούσα όπως μπορούσα, κορούλα μου. Θυμάσαι εκείνο το σκυλί που σου όρμησε και, ξαφνικά άλλαξε δρόμο; Η τότε, στο κυνήγι, ποιος σε έσπρωξε για να μην σε πετύχει μια αδέσποτη σφαίρα; Παρατήρησες ποτέ πως η αγαπημένη σου μηλιά  είχε πάντα τα πιο ώριμα μήλα στα κάτω κλαδιά, για να τα κόβεις εύκολα;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν ήρθες, όμως έτσι όπως τώρα, δεν μου μίλησες ποτέ!

ΜΗΤΕΡΑ-       Δεν είναι εύκολο για μας να έρθουμε σε τούτο τον κόσμο. Υποφέρουμε μέσα  στο σώμα του ανθρώπου.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Τότε γιατί τώρα;

ΜΗΤΕΡΑ-       Πρόκειται να συμβεί κάτι πολύ κακό, και έπρεπε να σε προειδοποιήσω.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Κάτι με τον πατέρα μου; Τον αγαπώ, δεν θέλω να πάθει τίποτα!

ΜΗΤΕΡΑ-       Όχι. Καλά είναι ο πατέρας σου. Αύριο όμως θα συμβεί κάτι, που και δύο σας δεν θα το συγχωρέσετε  ο ένας στον άλλον, αλλά και στον εαυτό σας.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Με αινίγματα μιλάς…

ΜΗΤΕΡΑ-       Θυμάσαι τον μουσικό του δρόμου, που τον κάλεσες στο παλάτι και του διάταξες να αλλάξετε τα ρούχα σας;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ε, και;

ΜΗΤΕΡΑ-       Τον πιάσανε. Τον κατηγορούν για την απαγωγή σου και για συνωμοσία με τον Γίγαντα.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ωχ!

ΜΗΤΕΡΑ-       Και αύριο θα γίνει το δικαστήριο και θα πληρώσει ο φουκαράς την επανάσταση σου και την οργή του πατέρα σου.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν το σκέφτηκα… δεν το σκέφτηκα καθόλου! Δεν ήξερα…, δεν τον υπολόγισα.., τον εαυτό μου σκεφτόμουνα.., να φύγω ήθελα… αχ, μανούλα μου, τι να κάνω τώρα, πως θα ζήσω μ’ αυτό;

ΜΗΤΕΡΑ-       Δεν είναι αργά ακόμα. μπορείς να το αλλάξεις.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μα πως?

ΜΗΤΕΡΑ-       Σκέψου, κορούλα μου, σκέψου. (αρχίζει να εξαφανίζεται) Δεν μπορώ εγώ να σου το πω. Είσαι μεγάλο κορίτσι πια. Η απόφαση πρέπει να είναι δικιά σου… Στο παλάτι ήξερες το «θέλω», Εδώ έμαθες και το «πρέπει». Το «θέλω» από μόνο του σε κάνει να μην υπολογίζεις κανένα γύρω σου.  Το «πρέπει» μόνο του- μαραίνει τη ζωή. Όταν, όμως είναι μαζί, κάνουν θαύματα.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μανούλα, περίμενε, μείνε, σε παρακαλώ, μη μ’ σφήνες έτσι! Φοβάμαι!

ΜΗΤΕΡΑ-       Τελειώνει ο χρόνος μου… Είμαι πάντα μαζί σου, ότι και αν κάνεις… μαζί σου…

ΣΚΗΝΗ 13

(Πρωί Η Μάνα ετοιμάζεται να πάει για ψώνια. Η Πριγκίπισσα μπαίνει πολύ αποφασιστική.)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μάνα, θα έρθω μαζί σου.

ΜΑΝΑ-           Δεν μπορείς. Στην αγορά πάω. Είναι πολύς ο κόσμος. Θα σε αναγνωρίσουν στο πι και φι. Ποιος θέλει να χάσει 1000 χρυσά νομίσματα? Ούτε κ’ εγώ βιάζομαι να χάσω το κεφάλι μου.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Αν δεν πάω, όμως, θα το χάσει κάποιος άλλος. Μάνα! Θα πάω! Και μόνη μου θα πάω!

ΜΑΝΑ-           Μα τι σ’ έπιασε πρωί-πρωί;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μη ρωτάς, Μάνα. Ύστερα. Έκανα κάτι, που αν δεν το διορθώσω σήμερα… Πρέπει να πάω!

ΜΑΝΑ-           Ωχ αυτός ο χαρακτήρας…  για δες, που ντύθηκε ανδρικά κιόλας. άντε, κεφάλι αγύριστο, πάνε, βάλε και την κουκούλα, μη σε δει κανείς.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (χαίρεται σαν μικρό παιδί, την αγκαλιάζει, φεύγει τρέχοντας) Ναι, ναι Μάνα, ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ! Σ’ αγαπώ πολύ!

ΜΑΝΑ-           Άντε, άντε γρήγορα. Έχουμε και δουλειές. (στον εαυτό της) Στο στόμα του λύκου με τέτοια χαρά…

ΣΚΗΝΗ 14

(το δωμάτιο στο στενό των  κομμένων ουρών.  Οι Πιερό και ο Γάτος)

ΠΙΕΡΟ-           Το είδα το αστέρι μου να ανεβαίνει στα ουράνια… (ο Γάτος τον κοροϊδεύει)

ΠΙΕΡΟ-           Αχ, μα γιατί με χλευάζεις, Γάτε…

ΓΑΤΟΣ-           Κανονικά εγώ θα’ λεγα και για ένα χέρι ξύλο… Αλλά έχε χάρη!

ΠΙΕΡΟ-           Γιατί, γιατί;  Τι σου έκανα και με μισείς;

ΓΑΤΟΣ-           (ειρωνικά) γιατί το μίσος και η αγάπη είναι ένα ζευγάρι αχώριστο…

ΠΙΕΡΟ-           Ω, Γάτε! Είσαι και εσύ ποιητής! Αυτό είναι πολύ φρέσκο! Άκου! Το  μίσος και η αγάπη…

ΓΑΤΟΣ-           Ε, διάβασε και κάνα βιβλίο, ποιητή μου αμόρφωτε! Αυτό το «φρέσκο» έχει μπαγιατέψει, μουχλιάσει και σαπίσει εδώ και αιώνες! Από τέτοιες ρομαντικές μπούρδες και καρδιές πληγωμένες και αγάπες χαμένες ήταν γεμάτα τα βιβλία του πατέρα σου…

ΠΙΕΡΟ-           Αχ, πες μου ,πες μου και αλλά! Η αγάπη μου διψά για…

ΓΑΤΟΣ-           Και βέβαια θα σου πω! (με κακία) Η δικιά μου η κοιλιά διψάει και πεινά αφάνταστα!  Και τελευταία, έτσι όπως είσαι, φράγκο δεν βγάλαμε!

ΠΙΕΡΟ-           Δεν με νοιάζει! Η αγάπη…

ΓΑΤΟΣ-           Με την αγάπη σου δεν χορταίνει  το στομάχι μου! Και το δωμάτιο εδώ με τι θα το πληρώσουμε; Με την  αγάπη σου;

ΠΙΕΡΟ-           Η Μάνα  με καταλαβαίνει, μ’ αγαπάει και δεν θα μας διώξει στους πέντε δρόμους…

ΓΑΤΟΣ-           Ωραιότατα! Να κάτσουμε, δηλαδή, στο λαιμό της Μάνας, και  να κρεμάσουμε και τα ποδαράκια μας. Ε;

ΠΙΕΡΟ-           Έχει καλή καρδιά…

ΓΑΤΟΣ-           Και εγώ – κακή! Δεν μπορούμε να την εκμεταλλευόμαστε συνεχεία!

ΠΙΕΡΟ-           Δεν είσαι φίλος μου πια…

ΓΑΤΟΣ-           Όχι, δεν είμαι!

ΠΙΕΡΟ-           Οι φίλοι είναι πάντα μαζί. Και στα εύκολα και στα δύσκολα.

ΓΑΤΟΣ-           Ναι, ρε. Και εγώ, όπως βλέπεις, σε εγκατέλειψα, δεν δουλεύω, δεν κάνω κωλοτούμπες, δεν λέω στον κόσμο χίλιες δυο αρλούμπες για να του αποσπάσω κάνα φράγκο, και εσύ κάθεσαι πέρα και κλαψουρίζεις!

ΠΙΕΡΟ-           Είμαι ερωτευμένος, Γάτε, και μάλιστα, χωρίς ελπίδα…

ΓΑΤΟΣ-           Με τα μούτρα σου ξινά- από κεφάτοι μουσικοί του δρόμου καταντήσαμε ζητιάνοι!! Ο κόσμος πληρώνει για να γελά – όχι να κλαίει!

ΠΙΕΡΟ-           Τι να κάνω; Να γελώ, όταν πονάει η καρδιά μου;

ΓΑΤΟΣ-           Δεν βγάζουμε τίποτα σχεδόν, και αυτό το «σχεδόν» το ξοδεύεις για τα πορτρέτα της πριγκίπισσας, και για τη μελάνη για να γράφεις τα ηλίθια σου ποιήματα!

ΠΙΕΡΟ-           (γίνεται ξαφνικά πολύ νηφάλιος και σοβαρός) Φύγε, Γάτε. Φύγε μακριά μου. Δεν Είσαι φίλος μου πια. (πάει στην πόρτα και την ανοίγει πολύ αποφασιστικά)

ΓΑΤΟΣ-           (τα ‘χασε) Μα τι…

ΠΙΕΡΟ-           Μπορείς να με βρίζεις, να με χλευάζεις όσο θες, Αλλά να πεις τα ποιήματα μου, τη φωνή της καρδιάς μου – ηλίθια δεν το συγχωρώ!

ΓΑΤΟΣ-           (αμήχανος) Μα τι λες, φίλε, εμείς οι δυο…

ΠΙΕΡΟ-           Δεν είμαστε πια! Τον δρόμο σου. Και εγώ το δικό μου.

ΓΑΤΟΣ-           (θυμώνει και αυτός) Αχ, έτσι, ε; Αυτή είναι η περίφημη ευγνωμοσύνη των ανθρώπων! όπως θες, φίλε! (φεύγει)    «Χρόνος 4»

ΣΚΗΝΗ 15

(η σκηνή είναι άδεια. εμφανίζεται ο ντελάλης)

ΝΤΕΛΑΛΗΣ- Σήμερα στη κεντρική πλατεία θα γίνει δικαστήριο. Θα δικαστεί και θα καταδικαστεί ο κατάσκοπος του Γίγαντα και ταυτόχρονα απαγωγέας της Πριγκίπισσας! (αρχίζει να μαζεύεται ο κόσμος) Προσοχή! Η αυτού μεγαλειότητα ο Τάδε ο 3ος! (οι φρουροί κόβουν το πλήθος στα δυο.  Μπαίνει ο βασιλιάς) Το πιο δίκαιο μας δικαστήριο! (μπαίνουν ο Δικαστής και δύο βοηθοί. Ο Δικαστής κάθεται στο κέντρο, οι βοηθοί αριστερά και δεξιά, ο βασιλιάς στο πλάι. φέρνουν τον ζητιάνο. )

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Με την άδεια της αυτού Μεγαλειότητας Βασιλιά Τάδε 3ου, ας αρχίσει η διαδικασία!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Αρχίστε, λοιπόν!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    (δείχνει τον ζητιάνο. αγορεύει με στόμφο σαν κακός ηθοποιός .απολαμβάνει τον εαυτό του) Κοιτάξτε τον! Κοιτάξτε τον προσεκτικά! Δείτε αυτό το τιποτένιο πλάσμα! Να ‘τος, μπροστά σας, ταπεινωμένος και αξιολύπητος! Τόσο άθλιος, που ακόμα και το όνομα του δεν  ξέρω, και ούτε καν  θέλω να το μάθω!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Νομίζω, όμως ότι πρέπει να μάθουμε το όνομα του.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Ακούς, καταφρονεμένε; Ο βασιλιάς μέσα από την απεριόριστη ευσπλαχνία του θέλει να  μάθει το άθλιο σου όνομα! Λέγε, λοιπόν!

( ο ζητιάνος προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί με το στόμα του δεμένο)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Το ακούσατε; Το ακούσατε όλοι σας! ούτε να μιλήσει μπορεί το κτήνος! Ας ρωτήσουμε όμως, αν ήταν έτσι, όταν όρμησε στο δωμάτιο της Πριγκίπισσας, όταν τη χτύπησε, την έγδυσε , φόρεσε τα ρούχα της και ύστερα την απήγαγε! (ο ζητιάνος μουγκρίζει κάτι) Δεν μιλάς, ε; Τότε εγώ θα το πω! Όχι! Και βέβαια όχι! Δεν ήταν έτσι! Ήταν δυνατός, θρασύς, γεμάτος αυτοπεποίθηση μπροστά στην τρομαγμένη και ανυπεράσπιστη Πριγκίπισσα μας! Μίλα τώρα, αποκρουστικέ, έχω δίκιο;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Μα δεν μπορεί να μιλήσει. Έχει το στόμα του δεμένο.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Α… ναι; Δεν το πρόσεξα. Αλλά, τέλος πάντων, τι μπορεί να πει… Μετά από την λαμπρή μου ομιλία είναι καταδικασμένος  ούτως η άλλως.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να απολογηθεί. Δεν μπορούμε να καταδικάσουμε κάποιον, χωρίς να τον ακούσουμε!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    (νευριασμένα) Όπως επιθυμείτε, μεγαλειότατε! Λύστε του το στόμα, ετοιμαστείτε για την ακρόαση του κατηγορουμένου!(του λύνουν το στόμα. Εμφανίζονται δύο φρουροί με τύμπανα. Το δικαστήριο κάνει το εξής. Ο δεξής βοηθός βάζει το δεξί του δάχτυλο στο αυτί κι με το αριστερό βουλώνει το αυτί του δικαστή. Ο αριστερός κάνει το αντίστοιχο, ο Δικαστής βουλώνει τα αυτιά των βοηθών)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Λέγε, σκουλήκι, ότι έχεις να πεις. Το δικαστήριο σ’ ακούει προσεκτικά!(ο ζητιάνος ανοίγει το στόμα, και την ίδια στιγμή αρχίζουν τα τύμπανα. ένα λεπτό επικρατεί ένας σαματάς. Ο ζητιάνος προσπαθεί να μιλήσει, και με χειρονομίες δείχνει τι συνέβη. Ο δικαστής κάνει νεύμα να σταματήσουν  )      Αρκετά! Σ’ ακούσαμε, δεν θέλουμε άλλες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες!  Όπως ακούσατε, Μεγαλειότατε, ο κατηγορούμενος ομολόγησε τα εγκλήματα του!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Μα δεν άκουσα τίποτα!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Με όλο το σεβασμό, Μεγαλειότατε, φοβάμαι πως έχετε πολύ σοβαρό πρόβλημα ακοής. Εμείς οι τρεις μας, ακούσαμε τα πάντα μέχρι και την τελευταία βρομερή λεπτομέρεια! (οι δύο άλλοι γνέθουν καταφατικά) Λοιπόν, χαμένε, κατηγορείσαι για τη συνωμοσία με το Γίγαντα και την απαγωγή της Πριγκίπισσας! Και θα τιμωρηθείς με αποκεφαλισμό 3ου βαθμού (στον εαυτό του) Ότι  και αν σημαίνει αυτό!  Πάρτε τον.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (μέσα από το πλήθος) Επικαλούμαι το έθιμο!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Τι;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (βγαίνει μπροστά) Επικαλούμαι το έθιμο, που λέει, πως εάν βρεθεί μια γυναίκα έτοιμη να παντρευτεί τον καταδικασμένο σε θάνατο, η ποινή του ακυρώνεται. Επικαλούμαι το έθιμο και τον παντρεύομαι!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Μα είσαι άντρας!  (η πριγκίπισσα βγάζει την κουκούλα και αφήνει να πέσουν τα μαλλιά της. τα φώτα εστιάζονται μόνο στην πριγκίπισσα, και  το βασιλιά )

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Κόρη μου! Επιτέλους!(τρέχει να την αγκαλιάσει)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Στάσου, πατέρα! Υπάρχει παπάς εδώ;

ΠΑΠΑΣ-         (ανοίγει δρόμο μέσα από το πλήθος) Ναι, Ναι! Εδώ! Να’ μαι! Έρχομαι!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Γρήγορα, παπά, γιατί έχουμε δουλειά να κάνουμε!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Τι πας να κάνεις, κόρη μου; Τι τον θες τον παπά;   (ο παπάς έφτασε)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (στον ζητιάνο) Σήκω, άντρα μου!(τον πιάνει απ’ το χέρι. Είναι εντελώς χαμένος) Παπά ,πάντρεψε μας γρήγορα (έτοιμη να καταρρεύσει) Πριν αλλάξω γνώμη!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Κορούλα μου, τι κάνεις; Ούτε καν το όνομα του ξέρεις!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Θα έχω χρόνο να το μάθω! Τώρα όμως τον παντρεύομαι για να τον σώσω από την άδικη τιμωρία. Παπά, τη δουλειά σου! ( Ο παπάς αρχίζει την τελετουργία)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Στάσου, παπά! (ο παπάς σταματά) (στην πριγκίπισσα) Μα τον βρήκαμε…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ξέρω! Τον βρήκατε στο δωμάτιο μου, ντυμένο με τα ρούχα μου. Εγώ τον κάλεσα, Εγώ τον διέταξα να αλλάξουμε ρούχα, για να μπορέσω να το σκάσω απ’ το παλάτι. Τι να έκανε; Μπορούσε να μην υπακούσει;      (αχνά, στο βάθος εμφανίζεται η Μητέρα. Χαμογελάει και γνέφει καταφατικά.)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Παπά, συνέχισε! (ο παπάς αρχίζει)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Στάσου, παπά! Περίμενε… δεν σε προλαβαίνω… τον αγαπάς;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (τρέμει ολόκληρη)  Όχι! Παπά, συνέχισε! (ο παπάς αρχίζει)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Στάσου, παπά! Τότε γιατί;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Το δικαστήριο σου τον καταδίκασε για κάτι που εγώ φταίω. Δικό μου το λάθος και η ευθύνη δικιά μου! Παπά! (αρχίζει)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Παπά!

ΠΑΠΑΣ-         Εδώ παπάς, εκεί παπάς, που ειν ’ο παπάς…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Ω, Κύριε! Είμαι ο πιο καημένος βασιλιάς του κόσμου!

ΠΑΠΑΣ-         Εγώ τι κάνω?

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ και ΒΑΣΙΛΙΑΣ- (ταυτόχρονα)  Συνέχισε! Στάσου!

ΠΑΠΑΣ-         Παλάτι σου λέει! Τρελοκομείο σκέτο! Σήκω –κάτσε, σήκω-κάτσε…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ και ΒΑΣΙΛΙΑΣ-  Σκασμός! (ο παπάς φεύγει, μουρμουρίζοντας ενοχλημένα)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Άκου, μπαμπά. Αποφάσισε τώρα. Η τον παντρεύομαι και φεύγω μαζί του η ακυρώνεις την καταδίκη του.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Και θα γυρίσεις πίσω.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Και θα γυρίσω πίσω.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ-    Δεν μπορείτε μεγαλειότατε. Θα θιχτεί η πιο δίκαια δίκη του κόσμου! Εξάλλου πιστεύω ότι αυτός ο απατεώνας χρησιμοποιεί κάτι μάγια…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (στον εαυτό του) Τώρα  θα κάνω κάτι που ήθελα να το κάνω εδώ και πολύ καιρό.(στον δικαστή. Ουρλιάζει έτσι που του δικαστή του φεύγει το καπέλο) Εξωωωωω! (Πολύ ήρεμα και με ευχαρίστηση) Η καταδίκη ακυρώνεται. Ακυρώνεται!

ΣΚΗΝΗ 16

(ταβέρνα. Μπαίνει ο Πιερό. Είναι φανερά κουρασμένος)

ΠΙΕΡΟ-           Μάνα! Ε, Μάνα, που είσαι;

ΜΑΝΑ-           Πιερό; Τι κάνεις εδώ; (τον αγκαλιάζει) Καλώς ήρθες! Πως είσαι; Ένα μήνα έχω να σε δω!

ΠΙΕΡΟ-           Τρεις βδομάδες, Μάνα, τρεις βδομάδες! Και εμένα να δεις πως μου έλειψες!

ΜΑΝΑ-           Για να σε δω! Αδυνάτισες η μου φαίνεται; Πεινάς;

ΠΙΕΡΟ-           Τι;

ΜΑΝΑ-           Ε… τίποτα. Σε ρώτησα αν πεινάς.

ΠΙΕΡΟ-           Σα λύκος! (βγάζει λεφτά) Για φέρε κάτι χορταστικό και βαρβάτο! Όλη την ημέρα στους δρόμους…

ΜΑΝΑ-           Τι Είναι; Λεφτά; Πως;

ΠΙΕΡΟ-           Από τότε, που μαλώσαμε με τον Γάτο, και έφυγε, ξέρεις, σαν να ξύπνησα λίγο. Ένα γερο χαστούκι καμιά φορά είναι πιο χρήσιμο και από χίλια φιλιά.

ΜΑΝΑ-           Εμ! Και τι κάνεις τώρα; (σηκώνεται και πάει προς τι κουζίνα)

ΠΙΕΡΟ-           Τριγυρνάω στους δρόμους παίζω ταμπούρλο και λέω τα ποιήματα μου.

ΜΑΝΑ-           Πάντως, χαίρομαι που σε βλέπω έτσι. Μοιάζεις με άνθρωπο.

ΠΙΕΡΟ-           Τα βράδια, βέβαια είναι χάλια. Αλλά τα παλεύω. Γράφω και ένα ποίημα.

( η Μάνα φέρνει φαΐ)

ΜΑΝΑ-           Έτσι μπράβο!

ΠΙΕΡΟ-           Το Γάτο, τον βλέπεις καθόλου;

ΜΑΝΑ-           Κάθε βράδυ εδώ είναι. Όπου να’ ναι θα εμφανισθεί.

ΠΙΕΡΟ-           Τον βλέπω που και που στους δρόμους, αλλά κοιτάζει αλλού, και εγώ… δεν τολμώ να του μιλήσω… τον έδιωξα…

ΜΑΝΑ-           Ξέρω, ξέρω. Μου τα είπε.

ΠΙΕΡΟ-           Τι λέει;

ΜΑΝΑ-           Ε, τι να πει. Όπως τον ξέρεις. Κοκορεύεται, φλερτάρει, πειράζει, καυχιέται. Όπως πάντα.  Αλλά δεν του βγαίνει… Σαν να έσβησε κάτι μέσα του…Μια μέρα τον στρίμωξα για τα καλά και μου τα είπε. Του λείπεις πολύ. Σε πρόσβαλλε και σε αδίκησε. Για αυτό και δεν τολμά να σε αντικρίσει στον δρόμο.

(Μπαίνει ο Γάτος.)

ΓΑΤΟΣ-           Καλώς την όμορφη μου…(βλέπει τον Πιερό και κοκαλώνει. Ο Πιερό μένει με το κουτάλι στο χέρι)

ΜΑΝΑ-           (αναλαβαίνει τη κατάσταση) Καλώς τον αχτύπητο εραστή! Πόσες γατούλες έκανες να κλάψουν σήμερα;

(οι Γάτος και ο Πιερό παραμένουν ταμπλό- βιβάν)

ΜΑΝΑ-           Έλα, ρε, Γάτε, θα μπεις μέσα πια; Τι έγινε –φάντασμα είδες και κώλωσες?

ΓΑΤΟΣ-           Ε… τίποτα.(προχωρά δήθεν αποφασιστικά προς το τραπέζι) Που λες… Είδα σήμερα την χτεσινή, θυμάσαι που σ’ έλεγα, τη μαυρούλα μ’ ένα άσπρο αστεράκι στο μέτωπο και, που λες, περνά από δίπλα μου και σημασία δεν μου δίνει. Τα παίρνω, λοιπόν, βαριά –βαριά και της λέω…

(ο Πιερό τον κοιτάζει με ένα χαμόγελο και λέει με μισή φωνή)

ΠΙΕΡΟ-           «…Εχτές, που είχατε την τιμή να βρεθείτε μαζί μου και σας δάγκωνα τρυφερά το σβέρκο, ήσασταν πολύ πιο ομιλητική…»

( ο Γάτος τον κοιτάζει, ξαφνιασμένος. Ο Πιερό ανασηκώνει τους ώμους)

ΠΙΕΡΟ-           Τα ίδια πάντα τους λες.

ΓΑΤΟΣ-           Σκάσε.

ΠΙΕΡΟ-           Σκάσε εσύ.

ΓΑΤΟΣ-           Βλάκα!

ΠΙΕΡΟ-           Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις…

ΓΑΤΟΣ-           Κλαψιάρη!

ΠΙΕΡΟ-           Φλύαρε καυχησιάρη!

ΓΑΤΟΣ-           Ξεροκέφαλε!

ΠΙΕΡΟ-           Γκρινιάρη!   (Η Μάνα δεν καταλαβαίνει τι τρέχει. Στο μεταξύ όσο βρίζονται, ανασηκώνονται απ ’τις καρέκλες)

ΓΑΤΟΣ-           Φάε σκουλήκια!

ΠΙΕΡΟ-           Να το καθρεφτάκι! (κάνει την αντίστοιχη χειρονομία)

ΜΑΝΑ-           Αγόρια! Αγόρια!  (Προσπαθεί να τους ηρεμήσει, αλλά ορμούν ένας στον άλλον αναποδογυρίζοντας το τραπέζι. Και αγκαλιάζονται σφιχτά).

ΓΑΤΟΣ-           Μια χαρά σε βλέπω! Πως και έτσι;

ΠΙΕΡΟ-           Να. Όταν έφυγες, κατάλαβα ξαφνικά ότι έμεινα μόνος. Απολύτως μόνος. Κοίταξα γύρο- γύρο και είδα τα τέσσερα ντουβάρια. Και ένα ταβάνι. Και τίποτα άλλο. Καταλαβαίνεις;

ΓΑΤΟΣ-           Προσπαθώ. Όχι πολύ.

ΠΙΕΡΟ-           Εσείς οι γάτοι είστε μια άκαρδη φάρα. Έρχεστε, φεύγετε, ξαναέρχεστε…

ΓΑΤΟΣ-           Είμαστε ανεξάρτητοι.

ΠΙΕΡΟ-           Εμείς, οι άνθρωποι δενόμαστε. Και όταν κάποιος, που δεθήκαμε, πολύ, φεύγει- αυτό πονάει. Και όταν βρίσκεσαι εντελώς μόνος, και δεν έχεις κανέναν, μια βλακεία να πεις έστω, τότε σε σφίγγουν τα ντουβάρια και το ταβάνι σε πλακώνει.

ΓΑΤΟΣ-           Φρίκη. Σ’ ευχαριστώ, θεέ των γατών, που δεν μ’ έκανες άνθρωπο!

ΠΙΕΡΟ-           Και όμως με βοήθησε. Κατάλαβα, ότι αν δεν βγω έξω στους ανθρώπους, θα τρελαθώ εντελώς.

ΓΑΤΟΣ-           Να και κάτι άλλο, που δεν κάνουμε εμείς οι γάτες…

ΠΙΕΡΟ-           Και έτσι, πήρα το ταμπούρλο, και πήγα στους δρόμους, τραγουδώντας τα ποιήματα μου. Και τους άρεσαν, ξέρεις!

ΓΑΤΟΣ-           Ναι. καλά…

ΠΙΕΡΟ-           Μαζεύονται, ακούνε, κλαίνε…

ΓΑΤΟΣ-           Πληρώνουν…

ΠΙΕΡΟ-           Και αυτό. Μέρα με τη μέρα έγινα καλύτερα..

ΓΑΤΟΣ-           Και ξέχασες τον απελπισμένο σου έρωτα…

ΠΙΕΡΟ-           Σκασμός, Γάτε. Τον έρωτα μου – εδώ τον έχω. Και δεν θέλω να μου περάσει. Και μη τον αγγίζεις με τα βρώμικα σου νύχια.

ΓΑΤΟΣ-           Καλά, καλά! Ήθελα να πω… Συγνώμη…Ε…; Μου έλειψες πολύ όλο αυτό τον καιρό…(τα μάτια του βουρκώνουν)

ΠΙΕΡΟ-           Και εσύ εμένα… Ε, τι έπαθαν τα μάτια σου;

ΓΑΤΟΣ-           Τίποτα. Κόλλησα, φαίνεται μια απ τις αρρώστιες τον ανθρώπων…

ΜΑΝΑ-           (Σπάει το μελό)  Άντε, αγόρια, για κάντε λίγο πέρα να μαζέψω!

(πάνε στο βάθος μιλώντας, η Μάνα μαζεύει και στρώνει ξανά το τραπέζι.)

ΜΑΝΑ-           Το φαΐ είναι έτοιμο για όσους ενδιαφέρονται.

(κάθονται και τρώνε. Ο Πιερό σπάει τη σιωπή)

ΠΙΕΡΟ-           Ήθελα και να σας ρωτήσω… Μάλλον εσένα, Μάνα.(στον Γάτο) Και εσύ δεν θα ανοίξεις το στόμα σου.

ΓΑΤΟΣ-           Άκου! Και γιατί, παρακαλώ;

ΠΙΕΡΟ-           Γιατί η ερώτηση μπορεί να φανεί ηλίθια και δεν θέλω σχολιασμούς.

(ο Γάτος κάνει την κίνηση «φερμουάρ»)

ΠΙΕΡΟ-           (στη Μάνα) Ξέρεις από όνειρα;

ΜΑΝΑ-           Όλες οι γυναίκες κάτι ξέρουν. Κάτι ξέρω και εγώ.

ΠΙΕΡΟ-           Όταν ήμουν.. άρρωστος…(ένα βλέμμα στον Γάτο, αλλά αυτός έχει το υφάκι  «δεν είμαι εδώ») … είδα ένα όνειρο…αλλά σαν να μην ήταν και όνειρο ακριβώς…από την άλλη, δεν μπορεί να είναι και αλήθεια…(τα λέει μπερδεμένα. Ο Γάτος το διασκεδάζει σιωπηλά. Κάνει διάφορα, τον αγριοκοιτάζουν που και που) Το ξέρω, Μάνα, πως δεν είναι αλήθεια, αλλά δεν ήταν και όνειρο…Πώς να το πω…

ΓΑΤΟΣ-           (κοντεύει να σκάσει απ τα γέλια) Να πω εγώ;

ΠΙΕΡΟ-ΜΑΝΑ- (μαζί) Σκάσε!

ΜΑΝΑ-           Πες το έτσι όπως είναι.

ΠΙΕΡΟ-           Μάνα! Δεν είμαι τρελός.(παίρνει την ανάσα και τα υπόλοιπα τα ξεφουρνίζει μεμιάς) Είδα εδώ την πριγκίπισσα να σερβίρει  και να περιχύνει τον Γάτο με μπύρα! Να! Το είπα. Τώρα  μπορείτε να φωνάξετε γιατρό.   (Του Γάτου του κόβονται τα γέλια. Τώρα αυτός και η Μάνα κάνουν έναν σιωπηλό διάλογο, κουνώντας τα κεφάλια τους. Η Μάνα σαν να λέει «να του τα πούμε» και ο γάτος  να απαντά «όχι»)

ΠΙΕΡΟ-           Γιατί κάνετε σαν ξεκουρντισμένες κούκλες; Τι σημαίνει αυτό;

(συνεχίζουν)

ΠΙΕΡΟ-           Μα τι είπα; τι πάθατε οι δυο σας; Μήπως να φωνάξω γιατρό;

(συνεχίζουν)

ΠΙΕΡΟ-           Καλά. Δεν καταλαβαίνω  τι πάθατε, αλλά προφανώς προκλήθηκε απ’ αυτά, που είπα. Τα παίρνω πίσω. Δεν είδα τίποτα. Δεν είπα τίποτα. Ακούτε; Τι-πο-τα!

ΜΑΝΑ-           Είδες.

ΠΙΕΡΟ-           Τι;;

ΜΑΝΑ-           Είδες την πριγκίπισσα  εδώ να σερβίρει.

ΓΑΤΟΣ-           Και να με κάνει λούτσα στη μπύρα. (στη Μάνα) Όχι και χωρίς τη βοήθεια σου.

ΠΙΕΡΟ-           (πετάγεται, ,ρίχνει πάλι το τραπέζι) Που είναι; Θέλω να τη δω! Θέλω να τη δω Τώρα!

ΓΑΤΟΣ-           Έχεις χάσει επεισόδια. Γύρισε στο παλάτι.

« Μπαλάντα»

ΣΚΗΝΗ 17

( Το δωμάτιο της πριγκίπισσας. Από το παράθυρο εμφανίζεται ο Γάτος)

ΓΑΤΟΣ-           Νιάου! (η πριγκίπισσα δεν δίνει σημασία.)  Νιάου!!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (αφηρημένα) Γάτες…(ο γάτος νιαουρίζει) Όλο γάτες… (ο γάτος πηδάει μέσα, έρχεται από πίσω της και λέει με εντελώς ανθρώπινη φωνή

ΓΑΤΟΣ-           Νια-ου!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Γάτε! Εσύ;

ΓΑΤΟΣ-           Νιάου! (αγκαλιάζονται)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Γάτε, γλυκέ μου, ήρθες! Ήρθες! Πως και πως σε περίμενα! Που σαι; Που είναι ο φίλος σου;

ΓΑΤΟΣ-           Παρεμπιπτόντως, τον λένε Πιερό.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ναι, ναι! Επιτέλους ξέρω και το όνομα του! Πιερό! Πιερό! Τι  ωραίο όνομα! Πιερό, Πιερό, της αγάπης μου το όνομα, της λατρείας μου  φτερό! (τα τραγουδάει και χορεύει)

ΓΑΤΟΣ-           (στον εαυτό του) Όχου! Άρχισαν τα ποιήματα! (στην πριγκίπισσα αυστηρά) Άννα, κάτσε!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Αχ, δεν μπορώ, δεν μπορώ! Θέλω να χορεύω , να τραγουδώ!

ΓΑΤΟΣ-           Αν δεν κάστες να με ακούσεις, θα χορεύεις στον γάμο σου με τον Γίγαντα!.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (σταματά) Καλά, καλά! Είμαι όλη αυτιά.

ΓΑΤΟΣ-           Κοίτα. Για να μπορέσεις να παντρευτείς τον Πιερό, πρέπει ο Πιερό να αποκτήσει έναν τίτλο και μια περιουσία.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν με νοιάζουν οι περιουσίες και οι τίτλοι! Τον Πιερό θέλω, τον Πιερό αγαπώ!

ΓΑΤΟΣ-           Ο μπαμπάς σου, όμως θέλει τίτλους.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Θα κλεφτούμε!

ΓΑΤΟΣ-           Και θα σας κυνηγάν οι άντρες του Βασιλιά απ’ την μια και ο Γίγαντας απ’ την  άλλη.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Και να κάνω;

ΓΑΤΟΣ-           Άκου. Θα πας και θα πεις στον μπαμπά σου ότι συμμορφώνεσαι και θα παντρευτείς τον Γίγαντα.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Είσαι τρελός; Με τίποτα! Καλύτερα να…

ΓΑΤΟΣ-           Θα πας και θα το πεις στο Βασιλιά. Και θα ζητήσεις δυο βδομάδες προθεσμία. Όλα τα αλλά θα τα τακτοποιήσω εγώ.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Τι θα κάνεις δηλαδή;

ΓΑΤΟΣ-           Άστο σε μένα. Και έχε υπομονή και εμπιστοσύνη. Για την ώρα αντίο.(πάει προς το παράθυρο)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Με αφήνεις σε αγωνία!

ΓΑΤΟΣ-           Έτσι σε θέλω! Για να φαίνεσαι πιο φυσική όταν θα λες ψέματα στον πατέρα σου.

ΣΚΗΝΗ 18

(πλατεία. Το σπίτι της Γατούλας, με μπαλκονάκι. Η σκηνή παραπέμπει στην γνωστή σκηνή από Ρωμαίο και Ιουλιέτα )

ΓΑΤΟΣ –          Ει! Ει! Γατούλα μου που είσαι; Εγώ είμαι, ο αγαπημένος σου! Άνοιξε το παράθυρο και μίλα μου! (δεν παίρνει καμιά απάντηση) Άνοιξε σε παρακαλώ, είναι πολύ σημαντικό αυτό που θέλω να σου πω. (Ακούγονται τα παράθυρα να χτυπούν) Άκου! Τελευταία φορά σε παρακαλώ! Άνοιξε με το καλό, πριν αρχίσουν…

(Ακούγονται κραυγές)

–Πάλι αυτή η γάτα…

-Κάθε νύχτα τα ίδια…

-Σκάσε, καταραμένη…

-Δεν πάει άλλο…

-Θα κοιμηθούμε καμιά φορά;…

-Αφήστε με να την πιάσω και θα της ξεριζώσω την ουρά!

(Τον περιχύνουν με νερό)

ΓΑΤΟΣ –          Ορίστε, άρχισαν! Ευχαριστήθηκες τώρα; Κοίτα τα χάλια μου! Αλλά θα καρτερώ. Δεν το κουνάω από’ δω, αν δε σε δω! Κι ας πεθάνω από πνευμονία! Ναι! από πνευμονία θα πάω και θα μείνεις στο ράφι για πάντα γιατί οι τύψεις σου δεν θα σε αφήσουν να…(το παράθυρο ανοίγει και εμφανίζεται η Γατούλα)

ΓΑΤΟΥΛΑ –              Κοίτα τα χάλια σου! Βρεγμένος, Καπετάν-φασαρίας… Με ντροπιάζεις μπροστά στη γειτονιά μου! Με κάνεις ρεζίλι στα μάτια των φίλων μου! Είμαι κυρία εγώ, και δεν επιτρέπω στον κάθε αλήτη… Ωχ!… Έρχονται!… Έλα γρήγορα μέσα πριν σε δείρουν!

(ο γάτος κρύβεται πίσω από την σκάλα) Αλήτης, άπλυτος, άξεστος, αλητόγατος, αλλά, τον αγαπώ!!!

 (Εξαφανίζεται από το παράθυρο, ενώ στη σκηνή βγαίνουν οι γείτονες, τέσσερα άτομα,  ένας κρατάει όπλο)

1ος –     Που είναι;

2ος –     Ψάξτε καλύτερα!

3ος –     Χάθηκε;

4ος –     Δεν θα’ χει φύγει μακριά!

1ος –     Άμα τον βρω…

2ος –     Βρες τον πρώτα και μετά βλέπουμε!

3ος –     Εγώ λέω να περιμένουμε εδώ.

4ος –     Σωστά! Θα ξαναγυρίσει.

( Στο παράθυρο εμφανίζεται ο γάτος  τυλιγμένος σε μαύρο μανδύα)

ΓΑΤΟΣ –          Σας ευχαριστώ! (οι γείτονες σιωπούν και τον βλέπουν ταραγμένοι)

1ος –     Να ‘τος!

ΓΑΤΟΣ –          Ναι! Να ‘μαι!

2ος  –    Μιλάει!!!

ΓΑΤΟΣ –          Μάλιστα!

3ος –     Δεν είναι γάτος!

4ος –     Είναι μάγος!

ΓΑΤΟΣ –          Ότι πείτε!

2ος –     Είναι μάγος, τρέξτε!

1ος –     Όχι, πυροβολήστε!

3ος –     Εσύ που έχεις όπλο, ρίξ’ του!

ΓΑΤΟΣ –          Μπράβο! Σκότωσέ με και ύστερα θα σε κάνω  βάτραχο! Και εσένα που φωνάζεις πολύ, δήμαρχο σκουληκιών! Ντροπή! Ντροπή σας, συμπολίτες! Τι πάτε να κάνετε; Τι πάτε να κάνετε σας ρωτάω; Δέκα χιλιάδες άνθρωποι με όπλα, με κανόνια, με αεροπλάνα, με άρματα μάχης και υποβρύχια, βγήκατε στους δρόμους της πολιτείας μας για να κυνηγήσετε έναν ερωτευμένο γάτο; Είστε έτοιμοι να γκρεμίστε όλη την πόλη, μόνο και μόνο για να χαρεί η νοσηρή σας ορμή για κυνήγι! Τώρα! Τώρα που η πολιτεία μας απειλείται από εκατομμύρια αόρατους εχθρούς! Τώρα, που τα ποντίκια σφίγγουν το κλοιό τους γύρω από τις προμήθειές σας! Ω! εσείς επιπόλαιοι, στρέφετε απερίσκεπτα τα όπλα σας εναντίον του σωτήρα σας! Σας προτείνω να πάτε στα σπίτια σας, στις εστίες σας, στις γυναίκες σας και τα παιδιά σας πριν είναι πολύ αργά! Και εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη και σας εγγυώμαι την απόλυτη συμπαράσταση όλων των γάτων του κόσμου! (τους χαιρετά με μια βασιλικά χειρονομία)

1ος –     Τι λέει τούτος;

2ος –     Σώπα εσύ!

3ος –     Δίκιο έχει! Θα μας φάνε τα ποντίκια!

4ος –     Ας πάω σπίτι! Ανησυχώ για τα παιδιά μου!

1ος –     Μα τι λέτε; Τρελαθήκατε; Σας κοροϊδεύουν! Να γλιτώσει θέλει!

2ος –     Και εγώ το σπιτικό μου θέλω να γλιτώσω!

3ος –     Πάμε παιδιά!

(Φεύγουν. Βγαίνουν ο Γάτος και η Γατούλα)

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Ήσουν υπέροχος! Αχ, πως σε θαύμασα! Τι λόγος! Είσαι γεννημένος πολιτικός!

ΓΑΤΟΣ –          Το ξέρω!

ΓΑΤΟΥΛΑ-      Να’ ξερες πόσο σ’ αγαπώ!

ΓΑΤΟΣ –          Αυτό να λέγεται!

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Αχ! μην φεύγεις τώρα! Μη μ’ αφήνεις μόνη μου μ’ αυτή τη φλόγα στη καρδιά μου!

ΓΑΤΟΣ Φρόντισέ την, να μην σβήσει πριν γυρίσω!

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Μείνε σε παρακαλώ!

ΓΑΤΟΣ –          Δεν μπορώ, λατρευτή μου!

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Μα γιατί; Γιατί;

ΓΑΤΟΣ –          (ύφος Τζέιμς Μποντ) Διότι πρέπει να τακτοποιήσω μια  υπόθεση υψηλής κρατικής σημασίας.

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Περίμενε! (Φεύγει τρέχοντας και γυρίζει μ’ ένα σωρό  σκουριασμένα σίδερα)

ΓΑΤΟΣ –          Τι είναι αυτά;

ΓΑΤΟΥΛΑ –              Είναι η πανοπλία του προπάππου μου! (Αρχίζει να του την φοράει) Σε θέλω πίσω σώο και αβλαβή! (Ο Γάτος αντιστέκεται, αλλά η Γατούλα καταφέρνει να του φορέσει τη στολή)

ΓΑΤΟΥΛΑ –              Τώρα, σήκω, γενναίε μου ιππότη! Είσαι έτοιμος για τις πιο σκληρές μάχες στο όνομα της αγαπημένης σου! Στο δικό μου, δηλαδή! (Κάνει πίσω όλο θαυμασμό. Ο Γάτος προσπαθεί να σηκωθεί, ακουμπώντας στο κοντάρι, αλλά σωριάζεται κάτω)

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Είσαι καλά;

ΓΑΤΟΣ –          Δεν ξέρω!

ΓΑΤΟΥΛΑ –     Σε παρακαλώ! Κάνε μια προσπάθεια ακόμα! Είσαι τόσο όμορφος μ’ αυτήν τη πανοπλία!

ΓΑΤΟΣ –          (Σηκώνεται με πολύ δυσκολία) Ούτε καν βλέπω!

ΓΑΤΟΥΛΑ –              (Κλαίει, αλλά έχει ύφος επικό, του κουνάει το μαντίλι) Αντίο ήρωα μου! Καλό σου δρόμο, ιππότη μου! Σε περιμένω πίσω με τη νίκη!(Ο Γάτος σέρνεται, ακουμπώντας πάντα στο κοντάρι σαν πατερίτσα, απομακρύνεται. Η Γατούλα μένει μόνη της)

ΓΑΤΟΥΛΑ –              Αλήτη μου! Ιππότη μου! Αγάπη μου!

ΣΚΗΝΗ 19

(Το παλάτι. Το δωμάτιο του Βασιλιά.)

ΜΠΑΤΛΕΡ-     Η αυτού μεγαλειότης,  πριγκίπισσα Άννα!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Α! τι έκπληξη! Έλα, κορούλα μου!

(Η πριγκίπισσα έχει ένα ύφος υποτακτικό)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Μπαμπά, εντάξει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Τι εντάξει; Τι ύφος είναι αυτό; Πως είσαι έτσι;

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Πως είμαι;

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Σαν βρεγμένη γάτα είσαι. Δεν μου αρέσει καθόλου. Κάτι σκαρώνεις και αυτό με τρομάζει.

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Τίποτα, Μπαμπά. Απλά- εντάξει. Θα παντρευτώ τον Γίγαντα. Αφού το θέλεις εσύ…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Δεν το θέλω εγώ! Αλλά η ασφάλεια του κράτους!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Ξέρω, ξέρω! Να. Και εγώ κουράστηκα να παλεύω και να αντιστέκομαι. Ας γίνει. και ότι γίνει.

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (την αγκαλιάζει. Τρυφερά.) Κόρη μου, μεγάλωσες…

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           Δεν ξέρω. ίσως. Το μόνο που ζητάω είναι μια προθεσμία των δυο βδομάδων. Για να συνηθίσω την ιδέα…

(ο φωτισμός του Γίγαντα)

ΓΙΓΑΝΤΑΣ-     Σε δυο βδομάδες, λοιπόν! Σε δυο βδομάδες και ούτε μέρα παραπάνω! Στο κάστρο μου! (εξαφανίζεται)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     Σ’ ευχαριστώ, Αννούλα μου! Ας γίνει, λοιπόν ότι είναι να γίνει!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ-           (στον εαυτό της) Τώρα, γάτε, δικό σου το παιχνίδι.

                                                ΣΚΗΝΗ 20

(Το κάστρο του γίγαντα. Στη σκηνή δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα, εκτός από μια σκάλα που ανεβαίνει και χάνεται στο πουθενά. Ο Γίγαντας είναι απλώς μια βαριά βραχνή φωνή)

ΓΑΤΟΣ –          Ει! Ει! Ει!… (Η ηχώ επαναλαμβάνει τη φωνή του, και τον κοροϊδεύει) Είναι εδώ κανείς; (Η ηχώ – «κανείς, κανείς…») Μάλιστα! Αφού δεν είναι κανείς, ας κάτσω να φάω λιγάκι! (Η ηχώ επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις. Ο Γάτος τρομάζει, αλλά δεν το δείχνει. Τη στιγμή που αρχίζει να τρώει, ακούγεται η φωνή του Γίγαντα)

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Ποιος με ξυπνάει μεσημεριάτικα;

ΓΑΤΟΣ –          (Αναπηδάει και κρύβεται. Απαντάει όμως με πολύ θράσος) Και ποιος τολμάει να διακόπτει το δικό μου μεσημεριανό;

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Βουίζεις σαν κουνούπι! Λέξη δεν καταλαβαίνω! Για μίλα δυνατά! Ποιος είσαι;

ΓΑΤΟΣ –          Όταν τρώω δεν μιλάω!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Άκου κουνούπι! Έχεις μισό δευτερόλεπτο για να του δίνεις από δω! Τι θράσος που έχουνε μερικοί να μπαίνουν σε ξένα κάστρα, χωρίς πρόσκληση, και μετά να αντιμιλούν κιόλας!

ΓΑΤΟΣ –          Και συ ήρθες απρόσκλητος! Έκαστες στο κάστρο του Βασιλιά, άρπαξες το μισό του Βασίλειο και ούτε συγγνώμη δεν ζήτησες!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Εγώ; Να ζητήσω συγγνώμη εγώ;

ΓΑΤΟΣ –          (ειρωνικά) Όχι! Εγώ!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Λοιπόν! Μιλάς πολύ άσχημα και επομένως θα σε φάω! Αλλά πρώτα θέλω να μάθω γιατί ήρθες εδώ;

ΓΑΤΟΣ –          Ήρθα να σου πω να τα μαζέψεις στα γρήγορα και να του δίνεις από’ δω και να ξεχάσεις τη Πριγκίπισσα!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Η υπομονή μου εξαντλήθηκε! Τώρα θα δεις!! Θα σε αρπάξω με το ένα χέρι μου και θα σε διαλύσω με το άλλο. Θα σε κάνω σκόνη και μετά θα φυσήξω, για να σε σκορπίσω σ’ όλο τον κόσμο! (Κάθε απειλή συνοδεύεται από δυνατούς χτύπους, το φως αναβοσβήνει, ο Γίγαντας μεταξύ των απειλών φωνάζει και το ξόρκι «Αλάμπρα-κατάμπρα – μπουφ». Όταν τα φώτα ανάβουν ξανά η σκηνή είναι γεμάτη με σκουπίδια, σπασμένα έπιπλα κ.α. Ο Γάτος εμφανίζεται μέσα από τις σκόνες)

ΓΑΤΟΣ –          (στο κοινό) Είναι τόσο μεγάλος, που δε με βλέπει! Βαράει στα τυφλά!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Ει, κουνούπι,.. κουνούπι! Σε σκότωσα; Ε! (Ο Γάτος δεν απαντά) Ακούς κουνούπι; Απάντησε αμέσως αν σε σκότωσα ή όχι;

ΓΑΤΟΣ –          Είναι και βλάκας επιπλέον! (φωνάζει) Ναι, μεγάλε, με σκότωσες, και τώρα άσε με να φάω με την ησυχία μου!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Δεν σου είπα πως θα σε σκοτώσω; Να! Ορίστε! Έγινες ένα ψόφιο κουνούπι! (Χασμουριέται)

ΓΑΤΟΣ –          Δεν το πιστεύω! Είναι όντως μεγάλος βλάκας. Ει! Πού είσαι άμυαλε;

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Τι! Ζωντανός είσαι;

ΓΑΤΟΣ –          Και με το παραπάνω! Και συ ακόμα εδώ είσαι; Δεν σου ‘πα να του δίνεις χωρίς δισταγμό; (Ξαναρχίζει ο θόρυβος, μα γρήγορα σταματάει) Κάτι πρέπει να κάνω, γιατί έτσι θα γκρεμίσει όλο το κάστρο! (φωνάζει) Σταμάτα επιτέλους! Ακούς, τι λέω; Θα γκρεμίσεις όλο το κάστρο, άμυαλε!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    (απολογητικά) Και τι θες να κάνω; Πρέπει οπωσδήποτε να σε σκοτώσω! Το καταλαβαίνεις;

ΓΑΤΟΣ –          Και βέβαια το καταλαβαίνω! Το κακό με σένα είναι ότι είσαι τόσο μεγάλος μπροστά μου, που δεν με βλέπεις! Πρέπει να γίνεις πιο μικρός για να με δεις!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Εσύ πόσο μικρός είσαι, για να ‘ρθω στα μέτρα σου;

ΓΑΤΟΣ –          (Στον εαυτό του) Απίστευτος βλάκας! (Στον Γίγαντα) Σιγά μη στο πω! Βρες το μόνος σου, άμυαλε!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Πάψε επιτέλους να με λες άμυαλο! Είναι προσβολή!

ΓΑΤΟΣ –          Χα! Για κάνε με να πάψω!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Τώρα θα δεις! (Λέει το ξόρκι και στη σκηνή ξεπηδάει ένα λιοντάρι) Τώρα θα σε φάω όπου και να’ σαι! (Ο Γάτος κρύβεται πίσω του και τον κοροϊδεύει .Σε κάποια στιγμή του δένει τα μάτια)

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Δεν βλέπω τίποτα! Που είσαι; Βγές αμέσως για να σε φάω!

ΓΑΤΟΣ –          Λάθος μέγεθος! Είμαι πολύ πιο μικρός! Δεν θα με δεις αν δεν γίνεις πιο μικρός και συ!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Με δουλεύεις;

ΓΑΤΟΣ –          Καθόλου! Απλά σε βαρέθηκα πια και θέλω να τελειώνουμε!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Και εγώ το θέλω πολύ.

ΓΑΤΟΣ –          Άντε λοιπόν δειλέ! Για γίνε κάτι πιο μικρό για να δούμε ο ένας τον άλλον!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Σαν τι δηλαδή;

ΓΑΤΟΣ –          Σαν ένα ποντίκι!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Πανεύκολο! (Λέει άλλο ξόρκι, το λιοντάρι εξαφανίζεται και στη θέση του βρίσκεται ένα ποντίκι) Τώρα θα σε δω, κουνούπι! Τώρα θα σε φάω, θα σε λιώσω, θα σε σκορπίσω! (Ο Γάτος με ένα πήδημα εμφανίζεται μπροστά του)

ΓΑΤΟΣ –          Να’ μαι!

ΓΙΓΑΝΤΑΣ –    Α! Είσαι Γάτα! Είσαι μεγάλος ψεύτης! Τώρα θα γίνω λύκος, και θα σε φάω! (Αρχίζει να λέει άλλο ξόρκι, αλλά ο Γάτος του βουλώνει το στόμα με ένα μήλο)

ΓΑΤΟΣ –          Καλή όρεξη! Έτσι δεν μπορείς να πεις τα μαγικά σου! Άντε, πάμε τώρα, και αργότερα θα δούμε τι θα σε κάνουμε.  Και τώρα ένα ραβασάκι στην Πριγκίπισσα. « Πριγκίπισσα, έφτασε η ώρα σου! Πες στον πατέρα σου ότι είσαι έτοιμη για γάμο και θέλεις να ξεκινήσετε  για το κάστρο του Γίγαντα αύριο το πρωί. Ξεκίνα χωρίς φόβο, και μη σε ξαφνιάσει τίποτα, ότι και αν συμβεί. Γάτος» αυτό θα της το πάει η Γατούλα. Πω-πω! Τι είμαι! Τι ίντριγκα! Τι κατόρθωμα!  Σε καμαρώνω, Γάτε! Πάμε  όμως να τακτοποιήσουμε το ζήτημα της περιουσίας του Πιερό. Α! όχι πια Πιερό! Του κόμη… Καραμπά!

ΣΚΗΝΗ 21

μουσικό- χορευτική σκηνή, Τραγούδι του Γάτου. « Γάτος!»

ΣΚΗΝΗ 22

( ένας δρόμος μέσα στο δάσος. Ο Γάτος και ο Πιερό. Ο Πιερό είναι αγχωμένος, τα χει χαμένα από το άγχος του)

ΓΑΤΟΣ –          …Και έτσι, φίλε μου, από’ δω και πέρα, το όνομα σου είναι Κόμης Καραμπάς!

ΠΙΕΡΟ –          Κόμης Καραμπάς! Ναι! και η Πριγκίπισσα;

ΓΑΤΟΣ –          Η Πριγκίπισσα είναι μια χαρά χαρούμενη! Θέλει να σε δει! Θα σε επισκεφθεί σήμερα στο κάστρο σου!

ΠΙΕΡΟ –          Να με δει; Στο κάστρο μου;

ΓΑΤΟΣ –          Πάλι από την αρχή! Θα τα μάθεις καμιά φορά; Είσαι ο κόμης Καραμπάς, πολύ πλούσιος, έχεις χωράφια, κοπάδια και χωριά ολόκληρα!

ΠΙΕΡΟ –          Και το κάστρο; Η Πριγκίπισσα;

ΓΑΤΟΣ –          Θέλει να σε επισκεφθεί στο κάστρο σου!

ΠΙΕΡΟ –          Κάτι δεν μου κολλάει! Η Πριγκίπισσα…

ΓΑΤΟΣ –          Ουφ! Θέλει να σε δει και ξεκίνησε ήδη από το πρωί για να φτάσει το μεσημέρι στο κάστρο σου!

ΠΙΕΡΟ –          Θέλει να με δει! Μ’ αυτά τα ρούχα; (αρχίζει να τρέχει άσκοπα και χαοτικά) Έχεις δει ποτέ έναν κόμη να είναι ντυμένος σαν ζητιάνος; Κοίτα τα χάλια μου! (συνεχίζει να τρέχει από ‘δω και από ‘κει)

(Ο Γάτος δείχνει ανυπόμονος, κοιτάζει το ρολόι.)

ΓΑΤΟΣ –          ( Στο κοινό)  Όπου να’ ναι φτάνουν! Πρέπει να τελειώσω το έργο μου! (Βγάζει ένα ρόπαλο) Συγγνώμη παιδιά! Πρέπει να το κάνω! Για το καλό του! Πιστέψτε με!

 (Ο Πιερό εν τω μεταξύ τρέχει συνεχεία και φωνάζει «Κάνε κάτι, δεν πρέπει να με δει έτσι, αχ, Πριγκίπισσά μου», κ.α. Ο Γάτος έρχεται από πίσω του και τον βαράει με το ρόπαλο. Ο Πιερό σωριάζεται κάτω)

ΓΑΤΟΣ –          Συγγνώμη φίλε, αλλά δεν είχα άλλη λύση! (Τον γδύνει) Είσαι και βαρύς! Τι να έκανα; Οι  ερωτευμένοι δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτα άλλο εκτός από τον έρωτά τους! Που να του εξηγούσα και το σχέδιό μου! (Τελειώνει το γδύσιμο. Ακούγεται ο ήχος από πέταλα αλόγων) Μπράβο Γάτε! Είσαι Γάτος! Αυτό λέγεται οργάνωση και συγχρονισμός! (Αρχίζει να φωνάζει) Βοήθεια! Βοήθεια! (Κρύβει τα ρούχα του Πιερό .) Βοήθεια! (εμφανίζεται η άμαξα του Βασιλιά) Βοήθεια! Η ληστεία του αιώνα!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Τι τρέχει;

ΓΑΤΟΣ –          Οι ληστές! Ήτανε 10! Όχι 20! Όχι 152 και μισός ήτανε! Ο κόμης πάλεψε σαν λιοντάρι και πλήγωσε 2000 τουλάχιστον! Αλλά ο τελευταίος τον κτύπησε στο κεφάλι!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          (βλέπει τον Γάτο, και μπαίνει στο παιχνίδι)Αχ! Στο κεφάλι! Άκουσες μπαμπά; Τον χτυπήσανε στο κεφάλι! Αχ τον καημένο! Που είναι; Θέλω να τον δω!

ΓΑΤΟΣ –          Να ‘τος!  Μεγαλειότατη, ο φίλος μου, ο κόμης Καραμπάς, γυρίζει μετά από μεγάλη νίκη προς τιμή σας! Και έχω να σας παραδώσω εκ μέρος του ένα δώρο, με το οποίο ο κόμης, ερωτευμένος τρελά εδώ και καιρό με την Πριγκίπισσα,  ζητά το χέρι της πριγκίπισσας. (βγάζει το ποντίκι)

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Ποντίκι!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Καλός γαμπρός! Άκου, ποντίκια για δώρα!

ΓΑΤΟΣ –          Τούτο το ποντίκι δεν είναι ένα συνηθισμένο ποντίκι! Είναι ο τέως Γίγαντας! Ο κόμης  Καραμπάς πάλεψε σκληρά, με όλο το θάρρος του και κατάφερε να τον κάνει όπως είναι τώρα! Ένα άκακο ποντικάκι!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Αχ, Μπαμπά, άκουσες, μπαμπά; (τρέχει στον Πιερό,σωριασμένο κάτω)

Αχ κόμη μου! Αχ! Θα πεθάνω πάνω στο άψυχο κορμί σου!

ΓΑΤΟΣ –          …Και του πήραν όλα τα ρούχα! Σιγά, σιγά κυρία μου, θα τον πνίξετε!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ-     (στον εαυτό του) Κόμης;..Χμ… (στον Μπάτλερ) Ε! εσύ! Για γδύσου γρήγορα!

ΜΠΑΤΛΕΡ –    Μα, μεγαλειότατε, είμαι…

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ετοιμοθάνατος ούτως η άλλως! Θυμάσαι; Γδύσου λοιπόν χαμένε μου!

ΓΑΤΟΣ –          Ακούς τι σου λένε;

(Ο Πιερό ξυπνάει και βλέπει την Πριγκίπισσα)

ΠΙΕΡΟ –          Πριγκίπισσα!

ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ –          Είστε καλά κόμη; Πονάτε κόμη;

(συνεχίζουν να μουρμουρίζουν τρυφερά, αγκαλιασμένοι στο έδαφος)

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    (καθαρίζει το λαιμό του, με αμηχανία)Ε..ε…μγχ…Κόμη…

ΓΑΤΟΣ –          Αφήστε τους μεγαλειότατε! Δεν μας ακούνε! Η Πριγκίπισσα, φαίνεται τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Ναι!…Ναι!…Να πω όχι στον άνθρωπο που μας έσωσε από τέτοιο γαμπρό! Γιατί στον Γίγαντα πηγαίναμε να τον παντρέψουμε με την κόρη μου.

ΓΑΤΟΣ –          Πάει τώρα, τέλεσε! Ας τους αφήσουμε μόνους!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Εάν το θεωρείτε σωστό ας τους αφήσουμε! (Ο Γάτος τον παίρνει αγκαζέ και απομακρύνονται αργά) Να σας πω! Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα πλούτη του κόμη! Όσες φορές ρώτησα στον δρόμο ποιανού είναι τα χωράφια, τα χωριά, τα κοπάδια, η απάντηση ήταν «του κόμη Καραμπά»!

ΓΑΤΟΣ –          και ακόμα δεν είδατε τίποτα!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Πέστε μου σας παρακαλώ πως ο κόμης έκανε τον  Γίγαντα ποντίκι;

ΓΑΤΟΣ –          Ευχαρίστως! Θέλω όμως και εγώ μια χάρη!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ –    Για σας ότι επιθυμείτε!

ΓΑΤΟΣ –          Άμα έχετε στο νου σας καμιά γατούλα! Ξέρετε, Βασιλικής προέλευσης!

                                      Τ Ε Λ Ο Σ

 

(function(i,s,o,g,r,a,m){i[‘GoogleAnalyticsObject’]=r;i[r]=i[r]||function(){
(i[r].q=i[r].q||[]).push(arguments)},i[r].l=1*new Date();a=s.createElement(o),
m=s.getElementsByTagName(o)[0];a.async=1;a.src=g;m.parentNode.insertBefore(a,m)
})(window,document,’script’,’//www.google-analytics.com/analytics.js’,’ga’);

ga(‘create’, ‘UA-40867744-1’, ‘wordpress.com’);
ga(‘send’, ‘pageview’);

Πρόσφατα άρθρα